Xορήγηση σε τρίτους εγγράφων πειθαρχικής φύσης σχετικά με πληρεξούσιο δικηγόρο (ΣτΕ 1847/2017)

Η εισαγγελική παραγγελία δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη χορήγηση προσωπικών δεδομένων, όταν δεν συντρέχει έννομο συμφέρον του αιτούμενου τη χορήγηση διοικητικών εγγράφων που περιέχουν τέτοια δεδομένα

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

28/02/2018 - 21:04

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ:

08/03/2018 - 19:40

Το ιστορικό της απόφασης του ΣτΕ, καταρχήν, έχει ως εξής: Με έγγραφο του ΔΣΑ κοινοποιήθηκαν σε τρίτους στοιχεία που αφορούν σε πειθαρχικές διώξεις και ποινές σε βάρος δικηγόρου και μέλους του εν λόγω δικηγορικού συλλόγου, δηλαδή στοιχεία που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Το ΣτΕ, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αίτηση ακύρωσης από τον ως άνω δικηγόρο, με την οποία ζητούσε την ακύρωση του εγγράφου αυτού.

Το ΣτΕ δέχθηκε ότι η γνωστοποίηση προς τρίτα πρόσωπα στοιχείων πειθαρχικών διώξεων δικηγόρου, τα οποία δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις απαριθμούμενες στην περίπτωση β΄ του άρθρου 2 του ν. 2472/1997 κατηγορίες, συνιστά επεξεργασία απλών και όχι ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για την οποία υφίσταται πάντως σε κάθε περίπτωση υποχρέωση προηγούμενης ενημερώσεως του υποκειμένου των δεδομένων ακόμη και όταν, κατ’ εξαίρεση, δεν απαιτείται για την ανακοίνωση των συγκεκριμένων δεδομένων η συγκατάθεση αυτού (πρβλ. ΣτΕ 763/2010, 3154/2008, 2252/2005 7μ.).

Σύμφωνα με το ΣτΕ, τέτοια περίπτωση μπορεί να συντρέχει, ιδίως, όταν η χορήγηση προσωπικών δεδομένων είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Στην τελευταία, όμως, αυτή περίπτωση, για τη χορήγηση των προσωπικών δεδομένων, ο τρίτος πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματός του ενώπιον δικαστηρίου, και δη εν όψει συγκεκριμένης εκκρεμούς δίκης, ώστε, εκ του συγκεκριμένου σκοπού, να οριοθετείται και η έκταση των αναγκαίων και πρόσφορων για τον σκοπό αυτό στοιχείων που επιτρέπεται να χορηγηθούν.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίθηκε ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 2 ε΄ ν. 2472/1997 που διέπει την επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, διότι η επίκληση αορίστως με την αίτηση για χορήγηση στοιχείων για πειθαρχικές διώξεις της ύπαρξης αντιδικίας με τον δικηγόρο, χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα η αντιδικία αυτή και να εξειδικεύεται, κατ’ ακολουθία, η αναγκαιότητα χρησιμοποιήσεως των προσωπικών δεδομένων του τελευταίου και μάλιστα όλων εν γένει των στοιχείων που αφορούσαν σε πειθαρχικές του διώξεις, δεν στοιχειοθετούσε το κατά την ανωτέρω διάταξη έννομο συμφέρον, η ικανοποίηση του οποίου θα δικαιολογούσε, εφόσον μάλιστα υπερείχε προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του αιτούντος, τη γνωστοποίηση των στοιχείων αυτών. 

Σημαντικό είναι ότι, σύμφωνα με το ΣτΕ, η εισαγγελική παραγγελία προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ως εκ του παρατεθέντος περιεχομένου της, δεν ήταν ικανή να δικαιολογήσει την κατά παράβαση της ανωτέρω διατάξεως χορήγηση των προσωπικών δεδομένων του αιτούντος σε τρίτους, εφόσον για να είναι αυτή δεσμευτική θα έπρεπε να είναι αιτιολογημένη, να περιέχει ρητή έκφραση γνώμης του συντάκτη αυτής εισαγγελικού λειτουργού και να μην αποτελεί απλό διαβιβαστικό της σχετικής αιτήσεως έγγραφο (βλ. σχετ. ΑΠ 148/2013), όπως συνέβαινε εν προκειμένω που η συγκεκριμένη εισαγγελική παραγγελία διελάμβανε απλώς ότι αποστέλλεται η «συνημμένη αίτηση» και παρακαλείται ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών «για την κατά νόμο εκτίμηση των διαλαμβανομένων σ’ αυτήν και τις εντεύθεν επιβαλλόμενες ενέργειες».

Με αυτή του την κρίση το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο καθιστά σαφές ότι η εισαγγελική παραγγελία δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη χορήγηση προσωπικών δεδομένων, ακόμα και απλών δεδομένων, όταν δεν συντρέχει έννομο συμφέρον του αιτούμενου τη χορήγηση διοικητικών εγγράφων που περιέχουν τέτοια δεδομένα.

Επιλήψιμο ήταν ακόμα το γεγονός ότι η πράξη του ΔΣΑ εκδόθηκε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του αιτούντος για την ανακοίνωση των προσωπικών του δεδομένων στα προαναφερόμενα τρίτα πρόσωπα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2472/1997 και η παράλειψη αυτή, στέρηση από τον αιτούντα τη δυνατότητα να προβάλλει αντιρρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 2472/1997.

Ιωάννης Ιγγλεζάκης

Ο Ιωάννης Ιγγλεζάκης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στον Τομέα Ιστορίας, Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας του Δικαίου. Είναι πτυχιούχος του Τµήµα Νοµικής του Α.Π.Θ., κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώµατος...