Πόσο "ουδέτερο" είναι το μέλλον του διαδικτύου στην Ευρώπη;

Πριν από αρκετούς μήνες είχε αναδειχθεί στο παρόν blog το ζήτημα της αρχής της ουδετερότητας του διαδικτύου (net neutrality) και της επίθεσης που δεχόταν από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών (FCC) στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Υπήρξε εκτενής αναφορά στην έννοια και το περιεχόμενο της αρχής αυτής, καθώς και στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο σε Ευρωπαϊκή Ένωση και Η.Π.Α.. Είχε γίνει μάλιστα ειδική μνεία στο γεγονός ότι η τάση περιορισμού της αρχής του net neutrality στις Η.Π.Α. είναι βέβαιο πως θα επηρεάσει τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ζήτημα αυτό.

Φαίνεται ότι οι προβλέψεις αυτές ήταν ακριβείς, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει, ολοένα και πιο προσεκτικά, το ενδεχόμενο να “μετριάσει” τους περιορισμούς που επιβάλλει η αρχή της ουδετερότητας του διαδικτύου στους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου (ISPs). Η αρχή έγινε με τις δηλώσεις του νέου Προέδρου της Commission, Jean-Claude Juncker, προς τους επιτρόπους του, σύμφωνα με τις οποίες το “Telecom Package” της πρώην αρμόδιας επιτρόπου Neelie Kroes, το οποίο έδινε υπόσταση και παράλληλα προστάτευε την αρχή της ουδετερότητας του διαδικτύου, πρόκειται να αναθεωρηθεί ριζικά, στα πλαίσια ενός νέου πακέτου ενοποίησης της ψηφιακής αγοράς (Digital Single Market Package).

Έπειτα από πρωτοβουλίες της έχουσας την προεδρία της Ε.Ε., κυβέρνησης της Ιταλίας, οι ηγεσίες των κρατών-μελών της Ε.Ε. σκέφτονται τώρα να δημιουργήσουν ένα πιο χαλαρό πλαίσιο για τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου, αναφορικά με τον τρόπο διαχείρισης τη κίνησης (traffic) στα δίκτυά τους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι μία τέτοια κίνηση θα βοηθούσε τις ευρωπαϊκές εταιρείες τηλεπικοινωνιών να ανταγωνιστούν τις αντίστοιχες εταιρείες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ασίας. Είναι,όμως ταυτόχρονα γνωστό ότι οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου θα επιθυμούσαν διακαώς να έχουν τη δυνατότητα παροχής γρηγορότερης πρόσβασης σε συγκεκριμένες υπηρεσίες, οι οποίες απαιτούν τη μεταφορά μεγάλου όγκου δεδομένων, όπως για παράδειγμα το Youtube ή το Netflix.

Στροφή στην πολιτική της Ε.Ε.;

Αξίζει να σημειωθεί ότι μόλις τον περασμένο Μάιο η Ευρωβουλή είχε υιοθετήσει ένα πακέτο μέτρων που ενίσχυε την προστασία της αρχής της ουδετερότητας του διαδικτύου, απαγορεύοντας σε εταιρείες τηλεπικοινωνιών, όπως η Orange και η Telefonica, να δώσουν προτεραιότητα σε ορισμένα πακέτα δεδομένων σε σχέση με άλλα.

Έκτοτε, όμως, οι ισορροπίες άλλαξαν, γεγονός μάλλον αναμενόμενο, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψιν, πέραν των Ευρωεκλογών και της ανάδειξης νέων προσώπων στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τις σχετικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για του λόγου το αληθές, από έγγραφα που διέρρευσε το EDRi (European Digital Rights) και αφορούν στην τροποποίηση των κανόνων για τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου, προκύπτει πως υιοθετείται μία πολύ πιο χαλαρή προσέγγιση σχετικά με τις υποχρεώσεις τους.

Συγκεκριμένα, τα προβληματικά σημεία της νέας αυτής νομοθετικής πρωτοβουλίας είναι δύο.

Το πρώτο είναι πως επιτρέπονται πλέον ορισμένες μορφές ελέγχου της κίνησης από τους παρόχους, όπως καθυστερήσεις, διακοπές ή υποβαθμίσεις στην πρόσβαση σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες, αρκεί αυτές να μην είναι αδιαφανείς, δυσανάλογες, μεροληπτικές και εις βάρος του ανταγωνισμού. Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν, σύμφωνα με την πρόταση, να εφαρμοστούν στα πλαίσια εκτέλεσης μίας δικαστικής απόφασης, για την καλύτερη ποιότητα των φωνητικών κλήσεων, την αντιμετώπιση του spamming ή για τη βελτίωση της ασφάλειας των δικτύων. Ένας ιδιαίτερα θολός χαρακτηρισμός, όμως, είναι αυτός του “ελέγχου της συμφόρησης των δικτύων” εκ μέρους των παρόχων. Σύμφωνα με το EDRi, πρέπει να αποσαφηνιστούν οι εξαιρετικές περιπτώσεις που θα εφαρμόζεται το μέτρο αυτό, προκειμένου να μην καταστεί κανόνας στις πρακτικές των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου.

Το δεύτερο σημείο προβληματισμού είναι το γεγονός ότι αποφεύγεται να δοθεί σαφής ορισμός τόσο για το net neutrality, όσο και για τις φερόμενες ως “εξειδικευμένες υπηρεσίες”, όπως συνέβαινε στο προηγούμενο Telecom Package. Χωρίς σαφή ορισμό για τους παραπάνω όρους, αφήνεται, ενδεχομένως εσκεμμένα, ένα παραθυράκι προκειμένου να μπορεί να δοθεί προτεραιότητα σε συγκεκριμένους τύπους περιεχομένου. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι ένας πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου, επικαλούμενος την “απαραίτητη ευελιξία” που του παρέχεται, θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερες ταχύτητες πρόσβασης σε συγκεκριμένες υπηρεσίεςί.

Η ρητορική που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να υπερασπιστεί τις κινήσεις της εμφανίζει έντονες ομοιότητες με αυτές της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών. Εν συντομία, ισχυρίζεται ότι με τον τρόπο που εφαρμόζεται το net neutrality επί του παρόντος, υφίστανται ήδη διακρίσεις με βάση το περιεχόμενο και ότι ο μόνο τρόπος για να βελτιωθεί η κατάσταση είναι το άνοιγμα της αγοράς και η επιβολή διακρίσεων ως προς τις τιμές (price discrimination). Το κατά πόσον βέβαια τα μέτρα αυτά θα οδηγήσουν στην απελευθέρωση της αγοράς των τηλεπικοινωνιών ή στη δημιουργία μονοπωλίων είναι κάτι που φαίνεται να αμφισβητεί ακόμη και ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής (Commission Vice-President), Andrus Ansi.

Παράλληλα, αξίζει να αναφερθεί ότι στο ίδιο πακέτο μέτρων με το net neutrality βρισκόταν ακόμα μία ρύθμιση, η οποία είχε γίνει δεκτή με ενθουσιασμό από τους Ευρωπαίους πολίτες: η κατάργηση των χρεώσεων περιαγωγής (roaming fees) για τη χρήση κινητού τηλεφώνου σε χώρες της Ε.Ε.. Να σημειωθεί, λοιπόν, ότι και οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις τίθενται υπό αναθεώρηση.

Συγχρονισμένη επίθεση στις δύο πλευρές του Ατλαντικού

Είναι αρκετά δύσκολο να θεωρηθεί τυχαίος ο συγχρονισμός των αρχών των Η.Π.Α. και της Ε.Ε. στη λήψη μέτρων για τον περιορισμό του net neutrality, ειδικά από τη στιγμή που εδώ και καιρό οι δύο πλευρές διεξάγουν πολυεπίπεδες συζητήσεις στο πλαίσιο της Συνεργασίας για το Διατλαντικό Εμπόριο και τις Επενδύσεις (TTIP).

Παράλληλα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι πίσω από την απόφαση για την αναθεώρηση των συγκεκριμένων διατάξεων στον ευρωπαϊκό χώρο, κρύβονται πολιτικά κίνητρα. Θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι ο νέος πρόεδρος της Commission, Jean-Claude Juncker, ένας από τους πλέον γνωστούς εκφραστές του φεντεραλισμού στον Ευρωπαϊκό χώρο, επιδιώκει διακαώς την ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς. Με τη νομοθεσία στα διάφορα κράτη-μέλη, ειδικά σε θέματα τηλεπικοινωνιών, να απέχει παρασάγγας από το να μπορεί να χαρακτηριστεί ως εναρμονισμένη και τον ευρωσκεπτικισμό να αποκτά ολοένα και περισσότερους οπαδούς, ίσως ο κύριος Juncker να θέλει να “ξεκινήσει από την αρχή”, υιοθετώντας μία στοχευμένη προσέγγιση αναφορικά με την ευρωπαϊκή αγορά.

Ανεξαρτήτως του αν κάποιος συμφωνεί με την προσέγγιση αυτή ή όχι, το διαδίκτυο είναι ένα κοινωνικό αγαθό τεράστιας αξίας, το οποίο δε θα έπρεπε να χρησιμοποιείται ως μέσο για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων. Οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ήδη αρκετά επιφυλακτικοί με την ηγεσία τους και μία επίθεση στην αρχή της ουδετερότητας του διαδικτύου οπωσδήποτε δε θα βελτιώσει την κατάσταση. Όπως προειδοποιεί, εξάλλου, και το EDRi, «εάν υιοθετηθούν οι νέες ρυθμίσεις για την αγορά των τηλεπικοινωνιών ως έχουν, τότε θα υπάρξει ένα μεγάλο κενό στην προστασία από τη δημιουργία νέων και την ενίσχυση ήδη υπαρχόντων μονοπωλίων, γεγονός που θα λειτουργήσει βλαπτικά ως προς τα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών».

Οι αναθεωρήσεις που αφορούν τόσο κομβικά ζητήματα αναφορικά με το μέλλον του διαδικτύου θα πρέπει να αποτελούν αντίκειμενο ανοιχτού και δημόσιου διαλόγου, με τη συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων φορέων, και οι αποφάσεις να μη λαμβάνονται αποκλειστικά σε επίπεδο lobbying. Παρά τις αρνητικές του πτυχές, το διαδίκτυο είναι ένα πολύτιμο εργαλείο το οποίο διανοίγει νέους ορίζοντες στο τι θεωρούμε εφικτό και που αλλάζει, μέρα με τη μέρα, τον κόσμο προς το καλύτερο. Αποτελεί, συνεπώς, καθήκον όλων των Ευρωπαίων πολιτών να μη σταθούν αμέτοχοι μπροστά στην επίθεση που δέχεται το ελεύθερο διαδίκτυο.

Πηγές: gigaom.com , nationaljournal.com , pcworld.com , edri.org , euractiv.com , wsj.com