logo-print

Αντισυνταγματικές οι αναδρομικές μειώσεις αποδοχών γιατρών του Ε.Σ.Υ. (ΟλΑΠ 4/2022)

Αποκατάσταση των μηνιαίων αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ. στα επίπεδα που καταβάλλονταν πριν τις μειώσεις που επήλθαν με το Ν. 4093/2012

24/05/2022

27/05/2022

Διοικητικό Δίκαιο

ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΣΙΟΥΤΗ

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ

 

Διοικητικό Δίκαιο

ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΣΙΟΥΤΗ

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΦΛΟΓΑΙΤΗΣ

 

Κατά την κρίση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι διατάξεις με τις οποίες θεσπίσθηκαν, και μάλιστα αναδρομικώς, μειώσεις στις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. αντίκεινται στο Σύνταγμα και, συνεπώς, καθίστανται ανίσχυρες (ΟλΑΠ 4/2022).

Συγκεκριμένα, κρίθηκε, συμφώνως προς την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ότι οι εν λόγω διατάξεις της περιπτ.27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, καθώς και οι διατάξεις της αποφάσεως οικ. 2/83408/022/14-11-2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών αντίκεινται στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και στις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της Ολομέλειας, με βάση τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του Ν. 4093/2012, οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., οι οποίες επήλθαν με το νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις προηγούμενες μειώσεις που επεβλήθησαν διαδοχικώς επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών τους, καθώς και με άλλες μειώσεις του εισοδήματος των ιατρών με παράπλευρα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσεως, αντίκεινται προς τις ρυθμίσεις των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της εκτάσεως τους, το όριο που θέτουν οι αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, καθώς και της επιταγής της κρατικής μέριμνας για την υγεία των πολιτών και την απορρέουσα από την επιταγή αυτή ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των ιατρών του Ε.Σ.Υ., δεδομένης, άλλωστε, και της χρονίζουσας αδυναμίας προωθήσεως των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της εισπράξεως των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών που απετέλεσαν έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. .

Περαιτέρω, το δικαστήριο επεσήμανε ότι δεν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος προς δικαιολόγηση των επίμαχων περικοπών του Ν. 4093/2012, καθόσον η ανάγκη της επίτευξης των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, η εκπλήρωση, δηλαδή, των προϋποθέσεων που τίθενται, υπό μορφή προαπαιτούμενων, για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, αν και δικαιολογούν καταρχήν τη λήψη μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, περιοριζόμενοι στην ανάγκη μείωσης του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του Δημοσίου για την κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, το οποίο προέκυψε, κυρίως, λόγω της αποτυχίας είσπραξης των προβλεπόμενων φορολογικών εσόδων και των ανείσπρακτων οφειλών παρελθόντων ετών και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων του προγράμματος προσαρμογής, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές. Και τούτο, διότι, ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επεβλήθησαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των Ν. 3833/2010 και 3845/2012 που ελήφθησαν προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι, κατά παράβαση της κατ' άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρέωσης όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών.

Επιπλέον, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση, η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών. Επίσης, η συνταγματικότητα των μέτρων αυτών δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ’ επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων.

Απόσπασμα απόφασης

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του τη νομική παραδοχή, ότι οι διατάξεις της περιπτ.27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και οι διατάξεις της αποφάσεως οικ. 2/83408/022/14-11-2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικώς από 01.08.2012, αντίκεινται στο άρθρο 21 παρ.3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των Ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και στις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5 και 25 παρ.4 του Συντάγματος και καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες. Στη συνέχεια το Εφετείο στην ελάσσονα πρόταση αυτού δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι με βάση τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ιατροί, δικαιούνται για το επίδικο διάστημα από 01.01.2015 έως 30.04.2017 των μισθολογικών διαφορών που προκύπτουν (μεταξύ άλλων) από τον μη συνυπολογισμό των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαρ. Γ1 αριθ.27 εδ. α, β, γ του Ν. 4093/2012 μειώσεων, λόγω της κατά τα άνω αντισυνταγματικότητας των σχετικών ρυθμίσεων και επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε επιδικάσει τις άνω προκύπτουσες διαφορές, απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου δεύτερο και τρίτο λόγους εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, που κρίθηκαν ενιαίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου πρώτου παραγρ. Γ υποπαρ.Γ1 αριθ. 27 εδ. α, β και γ του ν. 4093/2012 και τις πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4093/2012, οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ, και εν προκειμένω των είκοσι αναιρεσιβλήτων, οι οποίες επήλθαν με το νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις προηγούμενες μειώσεις που, κατά τα ανωτέρω, επεβλήθησαν διαδοχικώς επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών τους (ν. 3833/2010 μείωση κατά 12% και ν. 3845/2010 μείωση κατά 8% του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης, της πάγιας αποζημίωσης για συμμετοχή σε σεμινάρια και του επιδόματος θέσεως ευθύνης, ν. 4002/2011 μείωση κατά 20% του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης, ν. 4052/2012 μείωση του συντελεστή βάσει του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημέριων από 0,0059 σε 0,0052 επί του βασικού μισθού και μείωση του μηνιαίου ποσού που καταβάλλεται ως αποζημίωση εφημεριών στους Διευθυντές που υπηρετούν σε Νοσοκομεία της Α' Ζώνης από 55% σε 49% του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού του Διευθυντή Ε.Σ.Υ.), καθώς και με άλλες μειώσεις του εισοδήματος των ιατρών με παράπλευρα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσεως (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. α' του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. β' του ν. 3986/2011 και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), αντίκεινται προς τις ρυθμίσεις των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ.5, 21 παρ.3, και 25 παρ. 4 και υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της εκτάσεως τους, το όριο που θέτουν οι απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, καθώς και της επιταγής της κρατικής μέριμνας για την υγεία των πολιτών και την απορρέουσα από την επιταγή αυτή ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των ιατρών του Ε.Σ.Υ., δεδομένης άλλωστε και της χρονίζουσας αδυναμίας προωθήσεως των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της εισπράξεως των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών που απετέλεσαν, κατά τα προεκτεθέντα, έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. (βλ. ΣτΕ 431/2018, Ολομ. Ελ.Συν. 7412/2015). Δεν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος προς δικαιολόγηση των επίμαχων περικοπών του ν. 4093/2012, καθ'όσον η ανάγκη της επίτευξης των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, η εκπλήρωση, δηλαδή, των προϋποθέσεων που τίθενται, υπό μορφή προαπαιτούμενων, για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, αν και δικαιολογούν καταρχήν τη λήψη μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, περιοριζόμενοι στην ανάγκη μείωσης του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του Δημοσίου για την κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, το οποίο προέκυψε, κυρίως, λόγω της αποτυχίας είσπραξης των προβλεπόμενων φορολογικών εσόδων και των ανείσπρακτων οφειλών παρελθόντων ετών και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων του προγράμματος προσαρμογής, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επεβλήθησαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των νόμων 3833/2010 και 3845/2012 που ελήφθησαν, κατά τις διαπιστώσεις του νομοθέτη, προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι, κατά παράβαση της κατ' άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρέωσης όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών. Επιπλέον, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση, η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών. Επίσης, η συνταγματικότητα των μέτρων αυτών δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ’ επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων.

Τέλος, η 2012/211/ΕΕ απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 13.03.2012, με την οποία προβλέφθηκε «μείωση κατά 12% κατά μέσο όρο των ειδικών μισθών του δημόσιου τομέα για τους οποίους δεν ισχύει το νέο μισθολόγιο», δεν έχει πάντως την έννοια ότι απαλλάσσει τον εθνικό νομοθέτη, κατά την άσκηση της εθνικής δημοσιονομικής πολιτικής στο πλαίσιο εκπληρώσεως των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, από την τήρηση των προαναφερόμενων συνταγματικών διατάξεων και αρχών (ΣτΕ Ολομ. 4741/2014, 2192/2014, Ολ. Ε.Σ. 4327/2014).

Επομένως, ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια έβδομος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά τα υπό στοιχεία Ι και ΙΙ (α) μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο ότι με το να κρίνει η προσβαλλόμενη απόφαση πως οι διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των εν ενεργεία Ιατρών του Ε.Σ.Υ. και μάλιστα αναδρομικά από 01.08.2012, αντίκεινται προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5 και 25 παρ.4 και καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, είναι αβάσιμος.

Δείτε ολόκληρη την απόφαση στο areiospagos.gr