logo-print

Digital Service Act: Γνωμοδότηση της ΑΠΔΠΧ επί του νομοσχεδίου για την εφαρμογή της στην Ελλάδα

Γενικές και ειδικότερες παρατηρήσεις επί των επιμέρους διατάξεων (Γνωμ. 2/2024)

27/03/2024

03/04/2024

Γενικός Κανονισμός για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων και Ευθύνη για Αποζημίωση
H ένωση δικαίου

ΙΩΑΝΝΗ ΣΑΡΜΑΣ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης υπέβαλε προς γνωμοδότηση στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα το σχέδιο νόμου σχετικά με τη λήψη μέτρων για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 2022 σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ (Πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες).

Η γνωμοδότηση της Αρχής περιέχει γενικές και ειδικότερες παρατηρήσεις επί των επιμέρους διατάξεων του ανωτέρω νομοσχεδίου (Γνωμ. 2/2024).

Διαβάστε επίσης: Infolaw Conference 2024: Ρυθμίζοντας την Ψηφιακή Καινοτομία - Τεχνητή Νοημοσύνη, Κυβερνοασφάλεια και Πλατφόρμες

Μεταξύ άλλων, η Αρχή επεσήμανε τα εξής:

- Άρθρο 5 νομοσχεδίου

Με τη διάταξη αυτή η Αρχή ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την επίβλεψη των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών και την επιβολή των ρυθμίσεων των άρθρων 26 παρ. 1 στοιχ. δ’ και 3 και 28 της Πράξης. 

Το άρθρο 26 παρ. 1 στοιχ. δ’ της Πράξης θέτει στους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών που παρουσιάζουν διαφημίσεις στις επιγραμμικές διεπαφές τους, την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι για κάθε συγκεκριμένη διαφήμιση που παρουσιάζεται σε κάθε μεμονωμένο αποδέκτη, αυτός μπορεί να αναγνωρίσει με σαφή, συνοπτικό και μη διφορούμενο τρόπο και σε πραγματικό χρόνο σημαντικές πληροφορίες άμεσα και εύκολα προσβάσιμες από τη διαφήμιση σχετικά με τις κύριες παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του αποδέκτη στον οποίο παρουσιάζεται η διαφήμιση και, κατά περίπτωση, σχετικά με τον τρόπο αλλαγής των παραμέτρων αυτών. Η υποχρέωση αυτή είναι πολύ σημαντική, αν αναλογιστεί κανείς τον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραματίζει η επιγραμμική διαφήμιση στο επιγραμμικό περιβάλλον, όπως πχ σε σχέση με τις επιγραμμικές πλατφόρμες, όπου η παροχή της υπηρεσίας αμείβεται συχνά μέσω διαφημιστικών εσόδων. Η επιγραμμική διαφήμιση μπορεί να ελλοχεύει σημαντικούς κινδύνους, όπως π.χ. διαφημίσεις που αποτελούν αυτές καθαυτές παράνομο περιεχόμενο, ή παρέχουν οικονομικά κίνητρα για τη διάδοση παράνομου περιεχομένου ή μεροληπτικές διαφημίσεις, που έχουν επιπτώσεις στην ίση μεταχείριση και στις ίσες ευκαιρίες των πολιτών ή γενικότερα στοχευμένες διαφημίσεις βάσει ενδεχομένως «κατάρτισης προφίλ» του αποδέκτη της διαφήμισης. Ως εκ τούτου, οι αποδέκτες της υπηρεσίας θα πρέπει να έχουν άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις κύριες παραμέτρους που χρησιμοποιεί ο πάροχος για να αποφασίσει ότι μια συγκεκριμένη διαφήμιση θα παρουσιαστεί σε συγκεκριμένο αποδέκτη. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να παρέχουν ουσιώδεις εξηγήσεις σχετικά με τη λογική που χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό, μεταξύ άλλων όταν αυτή βασίζεται σε κατάρτιση προφίλ. 

Αναλυτικότερα, οι εξηγήσεις αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για την παρουσίαση της διαφήμισης και κατά περίπτωση τα βασικά κριτήρια κατάρτισης προφίλ που χρησιμοποιούνται, καθώς και τα μέσα που έχει ο αποδέκτης στη διάθεσή του για να τροποποιήσει τα κριτήρια αυτά. Οι κίνδυνοι κατάρτισης προφίλ ιδίως μέσω της τεχνικής «microtargeting» είναι γνωστοί και είναι ιδιαίτερα έντονοι στο πλαίσιο της επιγραμμικής διαφήμισης, όπου η παρουσίαση στους αποδέκτες της υπηρεσίας διαφημίσεων που βασίζονται σε τεχνικές στόχευσης και ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντά τους μπορεί να έχει ιδιαίτερα σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις και να επηρεάσει σε ορισμένες περιπτώσεις αρνητικά ολόκληρες κοινωνικές ομάδες ή να οξύνει κοινωνικά δεινά, συμβάλλοντας πχ σε εκστρατείες παραπληροφόρησης ή εισάγοντας διακρίσεις εις βάρος ορισμένων ομάδων. 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επιγραμμικές πλατφόρμες αποτελούν ιδιαίτερα ευαίσθητα περιβάλλοντα για τις ως άνω πρακτικές και παρουσιάζουν υψηλότερο κοινωνικό κίνδυνο, ο ενωσιακός νομοθέτης απαγόρευσε με την παράγραφο 3 του άρθρου 26 της Πράξης στους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών να παρουσιάζουν σε αποδέκτες της υπηρεσίας διαφημίσεις βάσει κατάρτισης προφίλ, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 4 του ΓΚΠΔ, με τη χρήση ειδικών κατηγοριών ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 ΓΚΠΔ. 

Αξίζει σχετικά να υπομνησθεί ότι οι ανωτέρω υποχρεώσεις που τίθενται στους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών ισχύουν με την επιφύλαξη των λοιπών υποχρεώσεων που ισχύουν για αυτούς βάσει του ενωσιακού δικαίου που διέπει την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Το άρθρο 28 της Πράξης αφορά στην προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο. Η προστασία των ανηλίκων αποτελεί σημαντικό στόχο πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ψηφιακές υπηρεσίες συλλέγουν πλέον και ανταλλάσσουν συνεχώς δεδομένα για παιδιά και η διαδικασία της «δεδομενοποίησης» είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη.

Προκειμένου, συνεπώς, να διασφαλισθεί η προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο, η Πράξη επιβάλλει υποχρεώσεις στους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών. Η προστασία των ανηλίκων τίθεται εξάλλου ως ζητούμενο και από τον ΓΚΠΔ, ο οποίος θεσπίζει ειδική προστασία όσον αφορά στα προσωπικά δεδομένα αυτών, καθώς αναγνωρίζει ότι τα παιδιά μπορεί να έχουν μικρότερη επίγνωση των σχετικών κινδύνων, συνεπειών και εγγυήσεων και των δικαιωμάτων τους σε σχέση με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Τονίζει δε στην αιτιολογική σκέψη 38 ότι «αυτή η ειδική προστασία θα πρέπει να ισχύει ιδίως στη χρήση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με σκοπό την εμπορία ή τη δημιουργία προφίλ προσωπικότητας ή προφίλ χρήστη και τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όσον αφορά παιδιά κατά τη χρήση υπηρεσιών που προσφέρονται άμεσα σε ένα παιδί.»   

Η Αρχή χαιρετίζει την ανάθεση της εποπτείας των παραπάνω διατάξεων της Πράξης στην ίδια, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σκοπός που εξυπηρετούν αυτές είναι πλήρως εναρμονισμένος με την αποστολή της Αρχής να εποπτεύει την εφαρμογή των ρυθμίσεων που αφορούν στην προστασία του ατόμου έναντι της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων.

- Άρθρο 8 νομοσχεδίου

Στην παρ. 2 του άρθρου 8 εξειδικεύονται τα σχετικά με την ανταλλαγή και χρήση δεδομένων και πληροφοριών μεταξύ του Συντονιστή και των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών δεδομένων και των πληροφοριών που εμπίπτουν στο επιχειρηματικό και επαγγελματικό απόρρητο, στο βαθμό που είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, ενώ κατοχυρώνεται, σε σχέση με τις ανταλλασσόμενες πληροφορίες, ότι η αποδέκτρια αρχή εξασφαλίζει το ίδιο επίπεδο εμπιστευτικότητας με τη διαβιβάζουσα αρχή.

Επιπλέον, ορίζεται στην παρ. 3 ότι εφόσον ο Συντονιστής εξετάζει ζητήματα που σχετίζονται με τις αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών, δύναται να αιτείται τη γνώμη της κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής ως προς τα ζητήματα αυτά.

Σε σχέση με τη συνεργασία μεταξύ του Συντονιστή και της Αρχής τονίζεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 50 της Πράξης, κατοχυρώνεται πλήρως η ανεξαρτησία της Αρχής κατά την άσκηση των καθηκόντων της και την άσκηση των εξουσιών της, ενώ περαιτέρω ο ρόλος του Συντονιστή σύμφωνα με την Πράξη και το ΣχΝ δεν συνεπάγεται καμία ιεραρχική υπεροχή αυτού έναντι της Αρχής κατά την άσκηση των καθηκόντων της. 

- Άρθρο 11 νομοσχεδίου

Η Αρχή, ως αρμόδια αρχή υπεύθυνη για την επίβλεψη των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών και την επιβολή των διατάξεων της Πράξης που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, διαθέτει τις εξουσίες των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 51 της Πράξης, ήτοι εξουσίες έρευνας, επιβολής και λήψης συγκεκριμένων μέτρων, όπως αυτές τίθενται αναλυτικά στην ως άνω διάταξη της Πράξης. 

Προκειμένου η Αρχή να μπορεί κατά την άσκηση των καθηκόντων της ως αρμόδιας αρχής να αξιοποιεί ολόκληρο το εύρος των ερευνητικών εξουσιών που ήδη διαθέτει και ασκεί στο πλαίσιο της  εποπτείας της εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν στην προστασία του ατόμου έναντι της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ και το ν. 4624/2019, το ΣχΝ προβλέπει ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως αρμόδιας αρχής, ισχύουν κατ’ αναλογία οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 15 του ν. 4624/2019 σχετικά με τις εξουσίες έρευνας που διαθέτει.

- Άρθρο 16 νομοσχεδίου

Το άρθρο 16 ρυθμίζει τη διαδικασία επιβολής των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών και προβλέπει τα κριτήρια υπολογισμού των προστίμων που έχουν την εξουσία να επιβάλλουν στους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών που εποπτεύουν κατά λόγο αρμοδιότητας ο Συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών και οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 2 της Πράξης. Όσον αφορά ειδικότερα την Αρχή, προβλέπεται ότι ισχύουν κατ’ αναλογία οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 15 του ν. 4624/2019, ώστε η Αρχή να μπορεί να αξιοποιεί το κυρωτικό «οπλοστάσιο» που διαθέτει με βάση τον ΓΚΠΔ και το ν. 4624/2019.

Σημειώνεται ότι τα κριτήρια για την επιβολή  και τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων  είναι σε γενικές γραμμές εναρμονισμένα με τα κριτήρια υπολογισμού των προστίμων που θέτει ο ΓΚΠΔ στο άρθρο 83.  Επιπλέον, σε συμμόρφωση με το άρθρο 51 παρ. 2 στοιχ. δ’ της Πράξης, το ΣχΝ απονέμει στην Αρχή την εξουσία να επιβάλλει και περιοδικές χρηματικές ποινές στους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών που εποπτεύει, για να διασφαλιστεί η παύση της παράβασης σε συμμόρφωση με εντολή που εκδίδεται σύμφωνα με το άρ. 51 παρ. 2 στοιχ. β’ ή λόγω μη συμμόρφωσης με οποιαδήποτε από τις εντολές έρευνας που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 1 της Πράξης. 

Το άρθρο 16 προβλέπει επίσης στην παράγραφο 7 ότι τα ανωτέρω πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλει η Αρχή, εισπράττονται στο όνομα και για λογαριασμό της και αποδίδονται σε αυτήν. Για την ανωτέρω δε είσπραξη η Αρχή, με απόφαση του Προέδρου της, ανοίγει απλό τραπεζικό λογαριασμό υπό την ομάδα λογαριασμών  260 - Ταμειακή Διαχείριση  στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου θα κατατίθενται απευθείας από τους βαρυνόμενους τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών που θα επιβάλλονται στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων της, όπως προβλέπονται από την Πράξη. 

- Άρθρο 17 νομοσχεδίου

Με την παρ. 1 του εν λόγω άρθρου εισάγεται απόκλιση από τον κανόνα προσβολής των πράξεων της Αρχής με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η εν λόγω δε απόκλιση καταλαμβάνει μόνο τις Αποφάσεις της Αρχής με τις οποίες επιβάλλονται οι αναφερόμενες στο άρθρο 16 του προτεινόμενου ΣχΝ κυρώσεις, ιδίως δε τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές, που επιβάλλονται από την Αρχή στο πλαίσιο άσκησης των ανατιθέμενων σε αυτή δυνάμει της Πράξης αρμοδιοτήτων. Επομένως κατά των ως άνω Αποφάσεων της Αρχής ασκείται προσφυγή ουσίας ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών –όπως και κατά των σχετικών αποφάσεων της ΕΕΤΤ που ορίζεται ως Συντονιστής Ψηφιακών Υπηρεσιών- καθώς προκρίθηκε, ιδίως και χάριν δικονομικής ομοιομορφίας στο πεδίο της προσβολής των αποφάσεων του Συντονιστή και των αρμοδίων αρχών, που εκδίδονται κατ΄ εφαρμογή της Πράξης και του προτεινόμενου ΣχΝ, η οργάνωση της δικαστικής προστασίας με την πρόβλεψη ένδικου βοηθήματος πλήρους δικαιοδοσίας ενώπιον  του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο πλαίσιο της οποίας δύναται ο δικαστής πέραν της ακύρωσης να διατάσσει και τη μεταρρύθμιση της εκάστοτε προσβαλλόμενης εκτελεστής διοικητικής πράξης. Συνακόλουθα η παρ. 5 του αυτού ως άνω άρθρου προβλέπει ότι κατά των Αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών μπορεί να ασκηθεί αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 2,  για τις λοιπές ατομικές διοικητικές πράξεις καθώς και για τις κανονιστικές αποφάσεις της Αρχής ως αρμόδιας τοιαύτης διατηρείται ο κανόνας της προσβολής τους επί ακυρώσει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η ως άνω διαφοροποίηση επιβάλλεται ιδίως λόγω της νομικής φύσης των εν λόγω  πράξεων, η προσβολή των οποίων με ένδικο βοήθημα πλήρους δικαιοδοσίας θα συνεπαγόταν, μεταξύ άλλων, και τη συνταγματικά ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της Αρχής από τον Δικαστή. 

Επιπλέον, με την παρ. 3 ορίζεται ότι η προθεσμία για την άσκηση των προαναφερόμενων ενδίκων βοηθημάτων δεν αναπτύσσει κατ’ αρχήν ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς τις εκάστοτε προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις και προβλέπεται περαιτέρω, αν και εκ περισσού, ότι η εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης  μπορεί να ανασταλεί ολικώς ή μερικώς με απόφαση του οικείου δικαστηρίου εκδιδόμενη ύστερα από άσκηση αίτησης αναστολής κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις.

Με την παράγραφο 4 ορίζεται ως προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης των προσφυγών ουσίας κατά αποφάσεων με τις οποίες επιβάλλονται πρόστιμα, η κατάθεση στην αρχή που τα έχει επιβάλει, ποσού ίσου με το 15% του εκάστοτε επιβαλλόμενου προστίμου, ποσοστό το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν δύναται να ξεπερνά το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. 

- Άρθρο 23 νομοσχεδίου

Στο άρθρο 23 του ΣχΝ περιέχονται εξουσιοδοτήσεις  για τη ρύθμιση λεπτομερειών και τεχνικών ή διαδικαστικών ζητημάτων. Εκ των ανωτέρω εξουσιοδοτικών διατάξεων την Αρχή αφορά η προβλεπόμενη στην παρ. 6, σύμφωνα με την οποία με κοινή Πράξη της ΕΕΤΤ, ως Συντονιστή Ψηφιακών Υπηρεσιών, της Αρχής και του ΕΣΡ ως της έτερης αρμόδια αρχής, ύστερα από σύμφωνη γνώμη των Ολομελειών τους, ρυθμίζεται δεσμευτικά και λεπτομερώς κάθε ζήτημα που αφορά στη συνεργασία τους. Τέτοια δε ζητήματα αποτελούν ενδεικτικά ο συντονισμός της συλλογής δεδομένων και πληροφοριών καθώς και η ανταλλαγή τους, ο τρόπος χρήσης εθνικών πληροφοριακών συστημάτων ή και η διαδικασία λήψης και διαβίβασης των εισερχόμενων σε κάθε αρχή καταγγελιών που άπτονται ζητημάτων, τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Πράξης.  Επιπλέον με τη διάταξη της παρ. 7 του αυτού ως άνω άρθρου 23 του υπό εξέταση ΣχΝ, εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών να εκδώσει απόφαση -κατόπιν Απόφασης του Προέδρου της Αρχής και υποβολής σχετικής αίτησης από την Αρχή-  δυνάμει της οποίας θα ανατίθεται στις υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης η είσπραξη υπέρ της Αρχής των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών που θα επιβάλλει κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της στο πλαίσιο της Πράξης και του προτεινόμενου ΣχΝ, στις περιπτώσεις μη καταβολής τους στον τραπεζικό λογαριασμό της Αρχής, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16 παρ. 7 του ΣχΝ. Με τον τρόπο αυτό θα διασφαλίζεται η απευθείας είσπραξη από την Αρχή ακόμα και των καθυστερούμενων να αποπληρωθούν προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών που θα επιβάλλει κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της στο πλαίσιο της Πράξης.  

Δείτε αναλυτικά τη γνωμοδότηση στο dpa.gr

Εργατικό Ποινικό Δίκαιο
Γενικός Κανονισμός για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων και Ευθύνη για Αποζημίωση