logo-print

Δυνατότητα διορισμού, ως δικηγόρου, δικαστή που παύθηκε οριστικά λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας (ΝΣΚ γνωμοδότηση 72/2023)

Η εξαίρεση που προβλέπεται στο δικαίωμα διορισμού, ως δικηγόρων, των αποχωρούντων από την υπηρεσία δικαστικών λειτουργών δεν καταλαμβάνει τις περιπτώσεις που παύθηκαν λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας

26/10/2023

27/10/2023

Δίκαιο Δημοσίων Συμβάσεων
Διοικητική Δικονομία - Συλλογή Διατάξεων

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΤΑΚΤΙΚΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους γνωμοδότησε επί του ερωτήματος εάν δύναται να διοριστεί ως Δικηγόρος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27 του ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων», Δικαστική Λειτουργός που παύθηκε οριστικά λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας (ΝΣΚ γνωμοδότηση 72/2023).

Το ΝΣΚ γνωμοδότησε ομόφωνα πως η ως άνω δικαστική λειτουργός, παυθείσα από την υπηρεσία της λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 60 παρ. 2 περ. β' του ν. 1756/1988, δύναται να διορισθεί ως δικηγόρος, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του εδαφίου γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του Κώδικα Δικηγόρων.

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με το σκεπτικό του ΝΣΚ, από την αντιδιαστολή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 60 του ν. 1756/1988, προκύπτει ότι, σε αντίθεση με την περίπτωση της υποχρεωτικής παύσης δικαστικού λειτουργού, στο πλαίσιο της σχετικής πειθαρχικής διαδικασίας, η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου, στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου προβλέπονται οι περιπτώσεις δυνητικής παύσης δικαστικών λειτουργών, στις οποίες εμπίπτει και η περίπτωση της οριστικής παύσης λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη πειθαρχικής διαδικασίας και ανεξάρτητα από το αν η υπηρεσιακή ανεπάρκεια οφείλεται σε υπαιτιότητα ή μη του δικαστικού λειτουργού, δηλαδή στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αυτοτελούς και ανεξάρτητης από την πειθαρχική δίκη.

Περαιτέρω, συνέπεια της συνταγματικής επιταγής των άρθρων 87 και 88 του Συντάγματος περί διασφάλισης της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών είναι και η παροχή σε αυτούς, όταν αποχωρήσουν από την υπηρεσία για οποιονδήποτε λόγο, πλην πειθαρχικού παραπτώματος ή πνευματικής ανικανότητας, της απεριόριστης δυνατότητας να ασκήσουν το, συναφές προς το δικαστικό, δικηγορικό λειτούργημα.

Ακολούθως, το ΝΣΚ επεσήμανε πως, ιδίως όσον αφορά το δικηγορικό επάγγελμα, το οποίο είναι μεν ελεύθερο επάγγελμα, έχει, όμως, παράλληλα και τον χαρακτήρα δημόσιου λειτουργήματος, συνδεόμενου με το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, η ρυθμιστική επέμβαση του νομοθέτη, ως προς τους όρους εισόδου σε αυτό, πρέπει να υπαγορεύεται από κριτήρια και να καθιερώνει προϋποθέσεις που ανάγονται στην ηθική συγκρότηση, τις επιστημονικές και τις εν γένει διανοητικές ικανότητες του υποψηφίου, ώστε η λειτουργία της δικαιοσύνης να υπηρετείται με πρόσωπα διαπιστωμένης επιστημονικής ικανότητας και ηθικής υπόστασης. Σύμφωνη με τα ανωτέρω είναι η πρόβλεψη της διάταξης του άρθρου 27 παρ. 1 εδ. γ’ του Κώδικα Δικηγόρων, κατά την οποία οι εξερχόμενοι από την υπηρεσία δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να διορίζονται ως δικηγόροι.

Εξαίρεση από τον παραπάνω κανόνα προβλέπεται μόνο για τις περιπτώσεις δικαστικών λειτουργών που απολύονται λόγω πειθαρχικού παραπτώματος ή λόγω πνευματικής ανικανότητας. Από τη γραμματική διατύπωση αλλά και την τελολογική ερμηνεία της διάταξης αυτής συνάγεται το συμπέρασμα ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο δικαίωμα διορισμού, ως δικηγόρων, των αποχωρούντων από την υπηρεσία δικαστικών λειτουργών, δεν καταλαμβάνει τις περιπτώσεις δικαστικών λειτουργών που παύθηκαν λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, η οποία, όπως έχει νομολογηθεί από τον ΑΠ (ΟλΑΠ 10/2020), αποτελεί περίπτωση ελαφρύτερη από την περίπτωση της οριστικής παύσης λόγω πειθαρχικού παραπτώματος, ανεξαρτήτως του λόγου στον οποίο αυτή οφείλεται.

Επομένως, οι εξερχόμενοι από την υπηρεσία, λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, δικαστικοί λειτουργοί, δύνανται να διορισθούν δικηγόροι, χωρίς να καταλείπεται στη διοίκηση διακριτική ευχέρεια να εξετάσει τυχόν άλλες προϋποθέσεις πέραν αυτών που ρητά ορίζονται στο νόμο, όπως είναι οι αιτιάσεις της απόφασης ως προς τους λόγους της υπηρεσιακής ανεπάρκειας.

Απόσπασμα γνωμοδότησης

Εξάλλου, στην έννοια της προσωπικής ελευθερίας και στην αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου, που κατοχυρώνονται από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, περιλαμβάνεται και η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και άσκησης επαγγέλματος. Στην ελευθερία αυτή ο κοινός νομοθέτης μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς, είτε με τη μορφή των αρνητικών όρων και απαγορεύσεων, είτε με τη μορφή θετικών υποχρεώσεων προς ενέργεια, πριν από την επιλογή ή και κατά την άσκηση του επαγγέλματος. Οι όροι όμως και οι προϋποθέσεις που τάσσονται από τον κοινό νομοθέτη για την επιλογή και την άσκηση του επαγγέλματος είναι συνταγματικά επιτρεπτοί, όταν ορίζονται γενικά και κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογούνται δε από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να είναι συναφείς προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα του επαγγέλματος. Ειδικότερα, όσον αφορά το δικηγορικό επάγγελμα, το οποίο είναι μεν ελεύθερο επάγγελμα, έχει, όμως, παράλληλα και τον χαρακτήρα δημόσιου λειτουργήματος, συνδεόμενου με το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, η ρυθμιστική επέμβαση του νομοθέτη, ως προς τους όρους εισόδου σε αυτό, πρέπει να υπαγορεύεται από κριτήρια και να καθιερώνει προϋποθέσεις που ανάγονται στην ηθική συγκρότηση, τις επιστημονικές και τις εν γένει διανοητικές ικανότητες του υποψηφίου, ώστε η λειτουργία της δικαιοσύνης να υπηρετείται με πρόσωπα διαπιστωμένης επιστημονικής ικανότητας και ηθικής υπόστασης (ΣτΕ 4204/2015).

Σύμφωνη με όλα τα παραπάνω τυγχάνει η πρόβλεψη της διάταξης του άρθρου 27 παρ. 1 εδ. γ’ του Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013), κατά την οποία οι εξερχόμενοι από την υπηρεσία δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να διορίζονται ως δικηγόροι. Εξαίρεση από τον παραπάνω κανόνα προβλέπεται μόνο για τις περιπτώσεις δικαστικών λειτουργών που απολύονται λόγω πειθαρχικού παραπτώματος ή λόγω πνευματικής ανικανότητας. Από τη γραμματική ερμηνεία της προεκτεθείσας διάταξης προκύπτει ότι, καταρχήν, επιτρέπεται ο διορισμός, ως δικηγόρων, όλων των εξερχομένων από την υπηρεσία δικαστικών λειτουργών, όχι μόνο εκείνων που αποχωρούν οικειοθελώς, κατόπιν υποβολής παραίτησης αλλά και εκείνων που παύθηκαν ακόμα και λόγω ανικανότητας εκτέλεσης των υπηρεσιακών τους καθηκόντων εξαιτίας νόσου ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής, ή λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, ενώ, κατ’ εξαίρεση, απαγορεύεται ο διορισμός μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στο ίδιο άρθρο περιπτώσεις όσων παύθηκαν για λόγους πνευματικής ανικανότητας ή λόγω πειθαρχικού παραπτώματος.

Από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του Κώδικα Δικηγόρων, δηλαδή, συνάγεται ότι ο νομοθέτης δεν ανέχεται την επανέναρξη άσκησης της δικηγορίας, ως ελεύθερου επαγγέλματος και ταυτόχρονα δημοσίου λειτουργήματος, από πρόσωπα που θεωρεί (κατά την, καταρχήν, ανέλεγκτη δικαστικά κρίση του) ότι, λόγω πνευματικής τους ανεπάρκειας ή λόγω επιβολής σε αυτά της βαρύτερης προβλεπόμενης πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσεως, δεν διαθέτουν πλέον την απαιτούμενη νοητική ή ηθική, αντίστοιχα, υπόσταση και το απαιτούμενο κύρος και δεν μπορούν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη στο πρόσωπό τους. Με τη ρύθμιση αυτή ο νομοθέτης επιδίωξε και την διαφύλαξη του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος εν γένει. Συνεπώς, η ρύθμιση αυτή σκοπεί στην καλή λειτουργία της Δικαιοσύνης, με την άσκηση της δικηγορίας από πρόσωπα που διαθέτουν τα κατάλληλα νοητικά και ηθικά προσόντα και κείται εντός του περιθωρίου εκτιμήσεως του νομοθέτη (ΣτΕ 1524/2017, 3999 και 2496/2015).

Επομένως, από τη γραμματική διατύπωση αλλά και την τελολογική ερμηνεία της παραπάνω διάταξης του Κώδικα Δικηγόρων συνάγεται το συμπέρασμα ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο δικαίωμα διορισμού, ως δικηγόρων, των αποχωρούντων από την υπηρεσία δικαστικών λειτουργών, δεν καταλαμβάνει τις περιπτώσεις δικαστικών λειτουργών που παύθηκαν λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, η οποία, όπως έχει νομολογηθεί από τον ΑΠ (ΟλΑΠ 10/2020), αποτελεί περίπτωση ελαφρύτερη από την περίπτωση της οριστικής παύσης λόγω πειθαρχικού παραπτώματος, ανεξαρτήτως του λόγου στον οποίο αυτή οφείλεται.

Δείτε αναλυτικά τη γνωμοδότηση στο nsk.gr.

Η κληρονομική διαδοχή στο κτηματολογικό δίκαιο, 2024
Κλινικές δοκιμές φαρμάκων - Συμβάσεις ευθύνη και ειδικά ζητήματα Αστικού Δικαίου

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΚΟΥΤΕΛΗ

Κλινικές δοκιμές φαρμάκων - Συμβάσεις ευθύνη και ειδικά ζητήματα Αστικού Δικαίου