logo-print

Εφαρμογή της νέας διάταξης του άρθρου 79 παρ. 5. περ. β΄του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΣτΕ 3260/2017)

Ακύρωση πράξης φορολογικής αρχής για παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τον τύπο ή τη διαδικασία έκδοσης της πράξης

08/01/2018

08/01/2018

Συνταγματικό Δίκαιο - Γ έκδοση

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ & ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ / ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΩΣΤΑΣ ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ

Ο φορολογικός έλεγχος της Α.Α.Δ.Ε. στις τραπεζικές καταθέσεις ως βασικό εργαλείο κατά της φοροδιαφυγής, 2024

Στην με αριθμό 3260/2017 απόφαση του Β΄ Τμήματος του ΣτΕ, το δικαστήριο εκδίκασε αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της με αριθμό 636/2015 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το αναιρετικό δικαστήριο στη μείζονα πρόταση του δικανικού  του συλλογισμού εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 περιπτ. β΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 3900/2010, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση προσφυγής κατά πράξης φορολογικής αρχής, αυτή ακυρώνεται για παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τον τύπο ή τη διαδικασία έκδοσης της πράξης, μόνον αν ο προσφεύγων επικαλείται και αποδεικνύει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την ακύρωση της πράξης. Και τούτο, διότι η προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου είχε ασκηθεί μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρου νόμου (01.01.2011), δεδομένου και του ότι με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.2 του ν.3900/2010 ορίστηκε ότι ειδικά η ανωτέρω διάταξη δεν εφαρμόζεται στις εκκρεμείς υποθέσεις.

Στο πλαίσιο της προσφυγής της, η ήδη αναιρεσείουσα είχε προβάλλει ότι δεν τηρήθηκε προσηκόντως η διαδικασία της προηγούμενης ακρόασής της, διότι αφενός δεν συντάχθηκε από το όργανο που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις, και αφετέρου συντελέστηκε πριν από την κοινοποίηση της έκθεσης ελέγχου, με συνέπεια να μην γνωρίζει την επίδικη κατάσταση, ώστε να προβάλλει προσηκόντως τις αντιρρήσεις της, όπως αυτές αναπτύχθηκαν στην προσφυγή.

Το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο της προσφυγής της ως αβάσιμο, καταρχήν, διότι, εφόσον οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν μετά την υποβολή σχετικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος της προσφεύγουσας, η οποία μπορούσε, αλλά και ήταν υποχρεωμένη, να δηλώσει οποιοδήποτε στοιχείο για τον προσδιορισμό του εισοδήματός της, έστω και με επιφύλαξη (άρθρα 61, 62 Κ.Φ.Ε.), δεν συνέτρεχε κατ’ άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος περίπτωση νέας κλήσης αυτής, καθόσον το δικαίωμα του διοικούμενου να εκθέτει τις απόψεις του ικανοποιείται, και καλύπτεται η αντίστοιχη υποχρέωση της Διοίκησης να τον καλέσει προς τούτο, όταν η οικεία διοικητική πράξη εκδίδεται κατά νόμο με τη σύμπραξη αυτού, δυναμένου να εκθέτει πλήρως τις απόψεις του με την υποβαλλόμενη αίτηση ή δήλωση (πρβλ. ΣτΕ 4747/2012). Επάλληλα, δε, με την αιτιολογία ότι τα ελεγκτικά όργανα που διενήργησαν τον έλεγχο ήταν αρμόδια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν.2690/1999, να καλέσουν την προσφεύγουσα προς παροχή εξηγήσεων και μάλιστα πριν από τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης ελέγχου, ενώ και η σχετική κλήση έγινε μετά τη διαπίστωση των επίμαχων παραβάσεων, περιέχει αναλυτικά όλες τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις των ελεγκτικών οργάνων, οι οποίες άλλωστε περιέχονται και στην οικεία έκθεση ελέγχου.

Με την αναίρεση που άσκησε η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, απέρριψε το λόγο της προσφυγής της, με τον οποίο προβλήθηκε παραβίαση της εν λόγω διάταξης, αφενός, διότι η οικεία κλήση έγινε από τα όργανα του ελέγχου και όχι από το όργανο που εξέδωσε τις επίδικες πράξεις και, αφετέρου, διότι η κλήση έγινε με επίδοση σημειώματος ελέγχου και όχι της έκθεσης ελέγχου.

Το ΣτΕ έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε συγκεκριμένη βλάβη που της προξένησε το ότι η κλήση της σε ακρόαση έγινε από τα όργανα του ελέγχου και όχι από τον Προϊστάμενο που εξέδωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις. Εξάλλου, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ανωτέρω λόγου προσφυγής, αυτή διατύπωσε με την προσφυγή της τον ισχυρισμό ότι της προκλήθηκε βλάβη, αφού στερήθηκε της δυνατότητας να προβάλει προσηκόντως τις αντιρρήσεις της σχετικά με την εκ μέρους της άσκηση επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων, ενόψει και της αντιπαραβολής του σημειώματος ελέγχου και της έκθεσης ελέγχου. Με τον παραπάνω ισχυρισμό, όμως, δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο περιεχόμενο της κλήσης της αναιρεσείουσας σε ακρόαση ούτε, περαιτέρω, προσδιορίζεται γιατί, ενόψει του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου, αυτή στερήθηκε της δυνατότητας προβολής ενώπιον της Διοίκησης ισχυρισμών για ουσιώδη ζητήματα του πραγματικού της υπόθεσης, και, κατ’ ακολουθίαν, με τον ισχυρισμό αυτό δεν προβλήθηκε, κατά τρόπο ορισμένο και αρκούντως τεκμηριωμένο, βλάβη της αναιρεσείουσας από την κλήση της σε ακρόαση με επίδοση εγγράφου, το οποίο, άλλωστε, όπως βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιείχε αναλυτικά τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις των ελεγκτικών οργάνων, που περιλαμβάνονται και στην οικεία έκθεση ελέγχου. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος προσφυγής ήταν απορριπτέος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 περιπτ. β του ΚΔΔ, και, συνακόλουθα, ορθώς απορρίφθηκε, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Πηγή: ddikastes.gr

Δικαστικός Έλεγχος της Συνταγματικότητας των Νόμων και Ερμηνεία του Συντάγματος

Ευάγγελος Βενιζέλος

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ & ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ / ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο Ζ έκδοση
send