logo-print

Είναι καταχρηστικός όρος σε σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών που συνάπτεται μεταξύ δικηγόρου και καταναλωτή που καθορίζει την τιμή βάσει ωριαίας αμοιβής, χωρίς να περιλαμβάνει περαιτέρω λεπτομέρειες;

Δικαστήριο ΕΕ: Σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών συναφθείσα μεταξύ δικηγόρου και καταναλωτή - Συμβατική ρήτρα που καθορίζει το ύψος της δικηγορικής αμοιβής σύμφωνα με την αρχή της ωριαίας χρεώσεως

16/01/2023

02/02/2023

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας - Γ έκδοση

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΓΕΝΙΚΑ​

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΤΡΑΣ

Το απαράδεκτο στην αναιρετική δίκη

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΕΛΗΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος 

Με τη δημοσιευθείσα στις 12-01-2023 απόφασή του το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έκρινε ότι όρος σε σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών που συνάπτεται μεταξύ δικηγόρου και καταναλωτή, ο οποίος καθορίζει την τιμή βάσει ωριαίας αμοιβής, χωρίς να περιλαμβάνει περαιτέρω λεπτομέρειες, δεν πληροί την προϋπόθεση της διατύπωσης σε απλή και κατανοητή γλώσσα.

Σύμφωνα με το ΔΕΕ, ο εθνικός δικαστής μπορεί να επαναφέρει τα πράγματα στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν ο καταναλωτής ελλείψει της επίμαχης ρήτρας, ακόμα κι αν αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο επαγγελματίας να μη λάβει καμία αμοιβή για τις υπηρεσίες του.

Ιστορικό της υπόθεσης

Ο M.A. συνήψε ως καταναλωτής, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 11 Απριλίου και 29 Αυγούστου 2018, πέντε συμβάσεις παροχής νομικών υπηρεσιών εξ επαχθούς αιτίας με την D.V., υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρου, και συγκεκριμένα, στις 11 Απριλίου 2018, δύο συμβάσεις σε αστικές υποθέσεις που αφορούσαν, αντιστοίχως, τη συγκυριότητα ακινήτων και τον τόπο διαμονής ανηλίκων τέκνων, τον τρόπο επικοινωνίας και τον καθορισμό διατροφής, στις 12 Απριλίου και στις 8 Μαΐου 2018, δύο συμβάσεις για την εκπροσώπηση του M.A. ενώπιον των αστυνομικών αρχών και της εισαγγελίας Kaunas (Λιθουανία), και, στις 29 Αυγούστου 2018, σύμβαση με αντικείμενο την υπεράσπιση των συμφερόντων του Μ.Α. στο πλαίσιο διαδικασίας διαζυγίου.

Κατά το άρθρο 1 καθεμίας από τις εν λόγω συμβάσεις, ο δικηγόρος αναλάμβανε την υποχρέωση να παρέχει νομικές συμβουλές προφορικώς ή/και γραπτώς, να προετοιμάζει σχέδια νομικών εγγράφων, να μελετά νομικά έγγραφα και να εκπροσωπεί τον εντολέα του ενώπιον διαφόρων φορέων, προβαίνοντας στις σχετικές πράξεις.

Σε καθεμία από τις εν λόγω συμβάσεις, οι αμοιβές καθορίζονταν στα 100 ευρώ «για κάθε ώρα συμβουλευτικών ή νομικών υπηρεσιών στον εντολέα» (ρήτρα περί τιμής). Οι συμβάσεις όριζαν ότι «μέρος της αναγραφόμενης αμοιβής [...] θα πρέπει να καταβληθεί άμα τη εμφανίσει από τον δικηγόρο τιμολογίου νομικών υπηρεσιών, λαμβανομένων υπόψη των ωρών παροχής συμβουλευτικών ή νομικών υπηρεσιών» (ρήτρα περί του τρόπου εξοφλήσεως).

Επιπλέον, ο M.A. κατέβαλε προκαταβολές αμοιβής συνολικού ύψους 5.600 ευρώ.

Η D.V. παρέσχε νομικές υπηρεσίες μεταξύ Απριλίου και Δεκεμβρίου 2018 καθώς και μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου 2019, και στις 21 και 26 Μαρτίου 2019 εξέδωσε τιμολόγια για το σύνολο των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν.

Δεδομένου ότι δεν έλαβε το σύνολο της ζητηθείσας αμοιβής, η D.V. άσκησε στις 10 Απριλίου 2019 αγωγή ενώπιον του Kauno apylinkės teismas (πρωτοδικείου Kaunas, Λιθουανία) με αίτημα να υποχρεωθεί ο M.A. να καταβάλει το ποσό των 9.900 ευρώ για τις παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες και το ποσό των 194,30 ευρώ για δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της εκτελέσεως των συμβάσεων, πλέον ετήσιων τόκων ανερχόμενων στο 5% των οφειλομένων ποσών, υπολογιζομένων από την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής και μέχρι την εκτέλεση της συμβάσεως.

Με απόφαση της 5ης Μαρτίου 2020, το εν λόγω δικαστήριο ικανοποίησε εν μέρει το αίτημα της D.V.. Έκρινε ότι, δυνάμει των συναφθεισών συμβάσεων, είχαν παρασχεθεί νομικές υπηρεσίες συνολικού ύψους 12.900 ευρώ. Πλην όμως, απεφάνθη ότι οι ρήτρες περί τιμής στο σύνολο των πέντε συμβάσεων ήταν καταχρηστικές και μείωσε κατά το ήμισυ τις ζητηθείσες αμοιβές, καθορίζοντας το ύψος τους σε 6.450 ευρώ. Κατόπιν τούτου, το Kauno apylinkės teismas (πρωτοδικείο Kaunas) υποχρέωσε τον M.A. να καταβάλει ποσό ύψους 1.044,33 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη το ποσό που είχε ήδη καταβληθεί, πλέον τόκων με επιτόκιο 5%, υπολογιζομένων από της ασκήσεως της αγωγής και μέχρι την εκτέλεση της αποφάσεως, και ποσού 12 ευρώ ως δικαστικά έξοδα. Η D.V. υποχρεώθηκε να καταβάλει στον M.A. 360 ευρώ ως δικαστικά έξοδα.

Η έφεση που άσκησε η D.V. στις 30 Απριλίου 2020 απορρίφθηκε με διάταξη της 15ης Ιουνίου 2020 από το Kauno apygardos teismas (εφετείο Kaunas, Λιθουανία).

Στις 10 Σεπτεμβρίου 2020 η D.V. άσκησε αναίρεση κατά της διατάξεως αυτής ενώπιον του Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Ανωτάτου Δικαστηρίου της Λιθουανίας), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

Το αιτούν δικαστήριο διερωτήθηκε, κατ’ ουσίαν, ως προς δύο ζητήματα που αφορούν, το πρώτο, την απαίτηση περί διαφάνειας των ρητρών που αφορούν το κύριο αντικείμενο των συμβάσεων παροχής νομικών υπηρεσιών και, το δεύτερο, τα αποτελέσματα της διαπιστώσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας καθορίζουσας την τιμή των υπηρεσιών αυτών.

Όσον αφορά το πρώτο από τα ανωτέρω ζητήματα, το αιτούν δικαστήριο εξέτασε, αφενός, αν εμπίπτει στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ ρήτρα συμβάσεως παροχής νομικών υπηρεσιών η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και η οποία αφορά την τιμή των εν λόγω υπηρεσιών και τον τρόπο υπολογισμού της, όπως η ρήτρα περί τιμής.

Εκτιμώντας ότι η εν λόγω ρήτρα όντως εμπίπτει στην ως άνω διάταξη, το αιτούν δικαστήριο διερωτήθηκε, αφετέρου, ως προς την απαίτηση διαφάνειας που πρέπει να πληροί ρήτρα η οποία αφορά το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως προκειμένου να αποφευχθεί η διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι, μολονότι η ρήτρα περί τιμής είναι διατυπωμένη σαφώς από γραμματικής απόψεως, δεν είναι βέβαιο ότι γίνεται κατανοητή, διότι ο μέσος καταναλωτής δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τις οικονομικές της συνέπειες, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι λοιπές ρήτρες των οικείων συμβάσεων, ήτοι η ρήτρα περί του τρόπου εξοφλήσεως, η οποία δεν προβλέπει ούτε την υποβολή τιμολογίων για τις παρεχόμενες υπηρεσίες από τον δικηγόρο ούτε την περιοδική εξόφλησή τους.

Παράλληλα, το εν λόγω δικαστήριο υπενθύμισε ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η πληροφόρηση, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειες της συνάψεως είναι ουσιώδους σημασίας για τον καταναλωτή, διότι ιδίως βάσει της πληροφορήσεως αυτής ο καταναλωτής αποφασίζει αν επιθυμεί να δεσμευθεί από τους όρους που έχει διατυπώσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας (απόφαση της 21ης Μαρτίου 2013, RWE Vertrieb, C‑92/11, σκέψη 44).

Μολονότι αναγνωρίζει την ειδική φύση των επίμαχων στην κύρια δίκη συμβάσεων και τη δυσχέρεια προβλέψεως του αριθμού των ωρών που θα απαιτηθούν για την παροχή νομικών υπηρεσιών, το αιτούν δικαστήριο διερωτήθηκε αν είναι ευλόγως δυνατό να απαιτηθεί από επαγγελματία να αναφέρει ενδεικτική τιμή για τις υπηρεσίες αυτές και αν η συγκεκριμένη πληροφορία πρέπει να περιλαμβάνεται σε τέτοιου είδους συμβάσεις. Τίθεται επίσης το ζήτημα αν η έλλειψη προσυμβατικών πληροφοριών μπορούσε να αντισταθμιστεί κατά την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων και αν το γεγονός ότι το τίμημα καθίσταται βέβαιο μόνο μετά την εκπροσώπηση από τον δικηγόρο σε συγκεκριμένη υπόθεση δύναται να αποτελέσει χρήσιμο στοιχείο για την ανάλυση αυτή.

Όσον αφορά το δεύτερο από τα ανωτέρω ζητήματα, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι το άρθρο 6.2284, παράγραφος 6, του αστικού κώδικα διασφαλίζει προστασία μεγαλύτερη από εκείνη που εγγυάται η οδηγία 93/13/ΕΟΚ, καθόσον η έλλειψη διαφάνειας μιας συμβατικής ρήτρας αρκεί για να κριθεί η εν λόγω ρήτρα καταχρηστική, χωρίς να απαιτείται η εξέτασή της υπό το πρίσμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο διερωτήθηκε ως προς τα αποτελέσματα που το δίκαιο της Ένωσης προσδίδει στη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας.

Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο σημείωσε ότι η ακύρωση της ρήτρας περί τιμής θα έπρεπε να επιφέρει την ακυρότητα των συμβάσεων παροχής νομικών υπηρεσιών και την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν ο καταναλωτής αν οι ρήτρες αυτές δεν είχαν υπάρξει. Πλην όμως, εν προκειμένω, τούτο θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο πλουτισμό του καταναλωτή και στη δημιουργία μιας άδικης καταστάσεως έναντι του επαγγελματία που έχει παράσχει στο ακέραιο τις επίμαχες υπηρεσίες. Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο διερωτήθηκε αν τυχόν μείωση της τιμής των εν λόγω παροχών θα έθιγε το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που επιδιώκει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Ανώτατο Δικαστήριο της Λιθουανίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι εμπίπτει στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ [οδηγίας σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές], όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2011/83/ΕΕ, ρήτρα συμβάσεως παροχής νομικών υπηρεσιών συναφθείσας μεταξύ δικηγόρου και καταναλωτή η οποία καθορίζει την τιμή των παρεχόμενων υπηρεσιών σύμφωνα με την αρχή της ωριαίας χρεώσεως. Ακόμα, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι μία τέτοια ρήτρα δεν πληροί την απαίτηση περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως, κατά τη διάταξη αυτή, χωρίς να γνωστοποιούνται στον καταναλωτή, πριν από τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως, πληροφορίες που του επιτρέπουν να λάβει την απόφασή του με σύνεση και πλήρη επίγνωση των οικονομικών συνεπειών που συνεπάγεται η σύναψη της συμβάσεως. 

Πρόσθετα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ρήτρα συμβάσεως παροχής νομικών υπηρεσιών συναφθείσας μεταξύ δικηγόρου και καταναλωτή με την οποία καθορίζεται, σύμφωνα με την αρχή της ωριαίας χρεώσεως, η τιμή των επίμαχων υπηρεσιών και η οποία εμπίπτει, ως εκ τούτου, στο κύριο αντικείμενο της οικείας συμβάσεως δεν πρέπει να θεωρείται καταχρηστική απλώς και μόνο για τον λόγο ότι δεν πληροί την απαίτηση περί διαφάνειας που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της ανωτέρω 93/13/ΕΟΚ, εκτός αν το κράτος μέλος το δίκαιο του οποίου εφαρμόζεται στην επίμαχη σύμβαση έχει ρητώς προβλέψει, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας, ότι ο χαρακτηρισμός «καταχρηστική ρήτρα» απορρέει εκ μόνου του γεγονότος αυτού.

Τέλος, κα΄τα το Δικαστήριο, όταν σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών συναφθείσα μεταξύ δικηγόρου και καταναλωτή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται μετά την απαλοιφή ρήτρας η οποία κρίθηκε καταχρηστική και με την οποία καθορίζεται η τιμή των υπηρεσιών σύμφωνα με την αρχή της ωριαίας χρεώσεως, και εφόσον αυτές οι υπηρεσίες παρασχέθηκαν, δεν εμποδίζουν τον εθνικό δικαστή να επαναφέρει τα πράγματα στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν ο καταναλωτής ελλείψει της επίμαχης ρήτρας, ακόμα κι αν αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο επαγγελματίας να μη λάβει καμία αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Στην περίπτωση κατά την οποία η ακύρωση της συμβάσεως στο σύνολό της θα εξέθετε τον καταναλωτή σε ιδιαιτέρως επιζήμιες συνέπειες, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ δεν εμποδίζουν τον εθνικό δικαστή να θεραπεύσει την ακυρότητα της εν λόγω ρήτρας αντικαθιστώντας την με εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου ή εθνική διάταξη που εφαρμόζεται σε περίπτωση συμφωνίας των συμβαλλομένων στην εν λόγω σύμβαση. Αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές δεν επιτρέπουν στον εθνικό δικαστή να αντικαταστήσει την ακυρωθείσα καταχρηστική ρήτρα με δικαστική εκτίμηση του ύψους της αμοιβής που οφείλεται για τις επίμαχες υπηρεσίες.

Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

Προκαταρκτική εξέταση - ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ)

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΜΑΡΙΑ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΥΚΑΚΗΣ

Κτηματολογικές Εγγραφές

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΓΟΥΛΑΣ

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ