Εργαζόμενος που δεν ζήτησε την άδειά του δεν χάνει το δικαίωμα αποζημίωσης κατά τη λύση της σχέσης εργασίας

Δικαστήριο ΕΕ: Το δικαίωμα χρηματικής αποζημίωσης κατά τη λύση της εργασιακής σχέσης δεν εξαρτάται από προηγούμενο αίτημα του εργαζομένου

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ:

Lawspot.gr

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

06/11/2018 - 13:16

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ:

15/11/2018 - 12:18

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τις δημοσιευθείσες στις 6-11-2018 αποφάσεις του επί δύο υποθέσεων, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται ότι δεν επιτρέπεται η αυτοδίκαιη απόσβεση του κεκτημένου δικαιώματος του εργαζομένου σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών επειδή δεν ζήτησε να λάβει την άδεια αυτή.

Αντιθέτως, το ΔΕΕ επισημαίνει ότι αν ο εργοδότης αποδείξει ότι ο εργαζόμενος, σκοπίμως και με πλήρη επίγνωση των συνεπειών, επέλεξε να μην κάνει χρήση της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που δικαιούνταν, αφού του είχε παρασχεθεί η δυνατότητα πραγματικής άσκησης του δικαιώματός του σε αυτή, το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στην απόσβεση του δικαιώματος αυτού ούτε στην συνακόλουθη, σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας, μη καταβολή χρηματικής αποζημίωσης.

Να σημειωθεί ότι στην απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο ευθυγραμμίζεται με τις από 29-05-2018 δημοσιευθείσες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα ΔΕΕ Yves Bot.

Ιστορικό των υποθέσεων

Υπόθεση C-619/16

Ο Sebastian W. Kreuziger πραγματοποίησε πρακτική άσκηση προετοιμασίας για τα νομικά επαγγέλματα στο ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου (Γερμανία). Κατά τους τελευταίους μήνες της πρακτικής αυτής άσκησης, δεν έλαβε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών. Μετά τη λήξη της πρακτικής άσκησης, ζήτησε χρηματική αποζημίωση για τις μη ληφθείσες ημέρες άδειας, αλλά το ομόσπονδο κράτος απέρριψε το αίτημά του. Στη συνέχεια, ο S. Kreuziger προσέφυγε ενώπιον των γερμανικών διοικητικών δικαστηρίων κατά της απόρριψης αυτής.

Υπόθεση C-684/16

Ο Tetsuji Shimizu εργαζόταν στη Max-Planck-Gesellschaft zur Förderung der Wissenschaften. Δύο μήνες πριν από τη λήξη της σχέσης εργασίας, η Max-Planck-Gesellschaft κάλεσε τον T. Shimizu να λάβει την εναπομένουσα άδειά του (χωρίς όμως να τον υποχρεώσει να λάβει την άδεια σε καθορισμένο από την ίδια χρόνο). Ο T. Shimizu έλαβε μόνο δύο ημέρες άδειας και ζήτησε να του καταβληθεί αποζημίωση για τις ημέρες μη ληφθείσας αδείας, την οποία η Max-Planck-Gesellschaft αρνήθηκε να καταβάλει. Στη συνέχεια, ο T. Shimizu προσέφυγε ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων εργατικών διαφορών.

Το Oberverwaltungsgericht Berlin-Brandenburg (ανώτερο διοικητικό δικαστήριο ΒερολίνουΒραδεμβούργου, Γερμανία) και το Bundesarbeitsgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών, Γερμανία) διερωτώνται αν το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία προβλέπει απόσβεση του δικαιώματος στη μη ληφθείσα ετήσια άδεια και στην χρηματική αποζημίωση για την εν λόγω άδεια στην περίπτωση που ο εργαζόμενος δεν έχει ζητήσει να του χορηγηθεί άδεια πριν από τη λύση της σχέσης εργασίας.

Ως εκ τούτου, ζήτησαν από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει ως προς το σημείο αυτό το δίκαιο της Ένωσης, και συγκεκριμένα την οδηγία 2003/88/ΕΚ (σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας) και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, κατά το οποίο η περίοδος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας.

Αποφάσεις του Δικαστηρίου

Με αυτές τις αποφάσεις του, το Δικαστήριο κρίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στην αυτοδίκαιη απόσβεση τόσο του δικαιώματος του εργαζομένου στις κεκτημένες δυνάμει του δικαίου της Ένωσης ημέρες ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών όσο και, συνακόλουθα, του δικαιώματός του να λάβει χρηματική αποζημίωση για την ως άνω μη ληφθείσα άδεια, για τον μοναδικό λόγο ότι δεν ζήτησε να λάβει άδεια πριν από τη λύση της σχέσης εργασίας (ή κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς).

Η απόσβεση των δικαιωμάτων αυτών επιτρέπεται μόνον εφόσον ο εργοδότης παρέσχε πράγματι στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να λάβει τις εν λόγω ημέρες άδειας εγκαίρως, μεταξύ άλλων με κατάλληλη εκ μέρους του ενημέρωση του εργαζομένου, όπερ οφείλει να αποδείξει ο εργοδότης.

Πράγματι, ο εργαζόμενος πρέπει να θεωρείται ως το ασθενές μέρος στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας. Συνεπώς, μπορεί να αποτραπεί από το να προβάλει ρητώς τα δικαιώματά του έναντι του εργοδότη του εφόσον η διεκδίκηση των δικαιωμάτων αυτών ενδέχεται να τον εκθέσει στη λήψη μέτρων, εκ μέρους του εργοδότη του, ικανών να επηρεάσουν τη σχέση εργασίας εις βάρος του εν λόγω εργαζομένου.

Αντιθέτως, αν ο εργοδότης είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο συναφές βάρος απόδειξης και αποδείξει ότι ο εργαζόμενος, σκοπίμως και με πλήρη επίγνωση των συνεπειών, επέλεξε να μην κάνει χρήση της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που δικαιούνταν, αφού του είχε παρασχεθεί η δυνατότητα πραγματικής άσκησης του δικαιώματός του σε αυτή, το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται στην απόσβεση του δικαιώματος αυτού ούτε στη συνακόλουθη, σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας, μη καταβολή χρηματικής αποζημίωσης για τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών.

Πράγματι, τυχόν ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του δικαίου της Ένωσης η οποία θα μπορούσε να ωθήσει τον εργαζόμενο να επιλέξει σκοπίμως να μη λάβει την ετήσια άδειά του μετ’ αποδοχών κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου αναφοράς ή επιτρεπόμενης μεταφοράς, προκειμένου να αυξήσει τις αποδοχές του κατά τη λύση της σχέσης εργασίας, θα ήταν ασυμβίβαστη με τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη θέσπιση του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών. Οι σκοποί αυτοί αφορούν ιδίως τη διασφάλιση της πραγματικής ανάπαυσης του εργαζομένου, χάριν αποτελεσματικής προστασίας της ασφάλειας και της υγείας του.

Το Δικαστήριο διευκρινίζει επίσης ότι οι ανωτέρω αρχές ισχύουν ανεξαρτήτως του αν ο εργοδότης είναι δημόσια αρχή (όπως το ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου) ή ιδιώτης (όπως η Max-PlanckGesellschaft).

Γίνεται υπόμνηση ότι η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

Το πλήρες κείμενο των αποφάσεων C-619/16 και C-684/16 είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA