logo-print

Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης: δικαστική ανεξαρτησία στην Πολωνία και δικαίωμα σε δίκαιη δίκη

Δικαστήριο ΕΕ: Οι συστημικές ή γενικευμένες πλημμέλειες στο εν λόγω κράτος μέλος δεν δικαιολογούν καθ’αυτές την άρνηση εκτέλεσης κάθε ευρ. εντάλματος που εκδίδουν οι αρχές του

23/12/2020

23/12/2020

Η Ποιοτική Ιδιαιτερότητα της Ενωσιακής Έννομης Τάξης
Η Ποιοτική Ιδιαιτερότητα της Ενωσιακής Έννομης Τάξης

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΜΕΤΑΞΑΣ ΑΝΤΩΝΗΣ

Η Ποιοτική Ιδιαιτερότητα της Ενωσιακής Έννομης Τάξης
Η Ποιοτική Ιδιαιτερότητα της Ενωσιακής Έννομης Τάξης

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΜΕΤΑΞΑΣ ΑΝΤΩΝΗΣ

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τη δημοσιευθείσα στις 17-12-2020 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι οι συστημικές ή γενικευμένες πλημμέλειες σχετικά με την δικαστική ανεξαρτησία της Πολωνίας δεν δικαιολογούν από μόνες τους την άρνηση εκτέλεσης κάθε ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδίδεται από το κράτος αυτό δυνάμει των διατάξεων της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών.

Εντούτοις, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι εάν, από την εξέταση της ατομικής κατάστασης του ενδιαφερόμενου προσώπου, της φύσης της παράβασης και του πραγματικού πλαισίου της έκδοσης, υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι, λόγω αυτών των πλημμελειών, το πρόσωπο αυτό διατρέχει, όταν παραδοθεί στις πολωνικές αρχές, πραγματικό κίνδυνο παράβασης του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, η εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί από τις πολωνικές αρχές θα πρέπει να απορρίπτεται.

Ιστορικό της υπόθεσης

Τον Αύγουστο του 2015 και τον Φεβρουάριο του 2019, εκδόθηκαν ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης από πολωνικά δικαστήρια κατά δύο Πολωνών υπηκόων, με σκοπό, αντίστοιχα, την άσκηση ποινικής δίωξης και την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας. Καθώς οι ενδιαφερόμενοι ήταν στις Κάτω Χώρες, ο officier van justitie (εισαγγελέας, Κάτω Χώρες) υπέβαλε, σύμφωνα με την ολλανδική νομοθεσία, αιτήσεις προς το rechtbank Amsterdam (δικαστήριο του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) για την εκτέλεση αυτών των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης.

Ωστόσο, το εν λόγω δικαστήριο διατηρούσε αμφιβολίες εάν πρέπει να κάνει δεκτές αυτές τις αιτήσεις. Πιο συγκεκριμένα, διερωτάτο για την εμβέλεια της απόφασης Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) της 25ης Ιουλίου 2018 (C‑216/18 PPU, βλ. και σχετικό άρθρο Lawspot), που εκδόθηκε στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του πολωνικού δικαστικού συστήματος. 

Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατ’ εξαίρεση, η εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να απορριφθεί εάν αποδειχθεί ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο κινδυνεύει να υποστεί, σε περίπτωση παράδοσης στο κράτος μέλος που εξέδωσε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, παραβίαση του δικαιώματος του δικάζεσθαι από ανεξάρτητο δικαστήριο, βασικό συστατικό στοιχείο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ωστόσο, μια τέτοια απόρριψη είναι δυνατή μόνο μετά από εξέταση σε δυο στάδια: η δικαστική αρχή εκτέλεσης, αφού αξιολογήσει, γενικά, εάν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη κινδύνου παραβίασης αυτού του δικαιώματος, λόγω συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών σχετικά με την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας του κράτους μέλους έκδοσης, πρέπει στη συνέχεια να ελέγξει σε ποιο βαθμό αυτές οι πλημμέλειες ενδέχεται να έχουν σαφείς επιπτώσεις στην κατάσταση του ενδιαφερομένου προσώπου σε περίπτωση παράδοσής του στις δικαστικές αρχές του κράτους μέλους αυτού.

Λόγω των πρόσφατων εξελίξεων [βλ. τις αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2019, A.K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου), συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18 (όπως και σχετικό άρθρο Lawspot), και της 26ης Μαρτίου 2020, Miasto Łowicz et Prokurator Generalny (πειθαρχικό καθεστώς για τους δικαστές),  συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑558/18 και C‑563/18 (όπως και σχετικό άρθρο Lawspot)], καθώς και την προσφυγή λόγω παραβάσεως που ασκήθηκε από την Επιτροπή κατά της Πολωνίας (εκκρεμής υπόθεση C‑791/19)], μερικές από τις οποίες έχουν συμβεί μετά την έκδοση των εν λόγω ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, το rechtbank Amsterdam θεώρησε ότι οι πλημμέλειες του πολωνικού δικαστικού συστήματος είναι τέτοιες ώστε η ανεξαρτησία όλων των πολωνικών δικαστηρίων και, κατά συνέπεια, το δικαίωμα του δικάζεσθαι σε ανεξάρτητο δικαστήριο όλων των Πολωνών πολιτών να μην διασφαλίζονται πλέον

Σε αυτό το πλαίσιο, διερωτήθηκε εάν αυτή η διαπίστωση αρκεί, από μόνη της, για να δικαιολογήσει την άρνηση εκτέλεσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από πολωνικό δικαστήριο, χωρίς να είναι απαραίτητο ακόμη να εξεταστούν οι επιπτώσεις αυτών των πλημμελειών στις περιστάσεις εν προκειμένω.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά επιβεβαιώνοντας τη νομολογία του που θεσπίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος).

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη στοιχείων που αποδεικνύουν συστημικές ή γενικευμένες πλημμέλειες σχετικά με τη δικαστική ανεξαρτησία στην Πολωνία ή την επιδείνωσή τους δεν δικαιολογεί, από μόνη της, οι δικαστικές αρχές άλλων κρατών μελών να αρνούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδίδεται από πολωνική δικαστική αρχή

Ωστόσο, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η εκτέλεση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από πολωνική δικαστική αρχή πρέπει να απορρίπτεται εάν, ενόψει της ατομικής κατάστασης του ενδιαφερόμενου προσώπου, της φύσης της επίμαχης παράβασης και του πραγματικού πλαισίου της έκδοσης του εντάλματος αυτού, συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι, λόγω αυτών των πλημμελειών, το πρόσωπο αυτό διατρέχει, όταν παραδοθεί στις αρχές αυτές, πραγματικό κίνδυνο παράβασης του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη.

Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στα γαλλικά στην ιστοσελίδα CURIA