logo-print

Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και ανήλικοι: Τα κράτη μέλη δε δύνανται να αρνούνται την παράδοση όλων των ανηλίκων γενικώς

Δικαστήριο της ΕΕ: Η υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανηλίκου βαραίνει το κράτος μέλος που εξέδωσε το ένταλμα

24/01/2018

30/01/2018

Η ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού κατά τον κανονισμό 655/2014

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

ΤΖΟΥΝΑΚΟΥ ΕΛΕΝΗ

Πολυκώδικας

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΓΕΝΙΚΑ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΓΕΝΙΚΑ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΩΔΙΚΕΣ / ΛΕΞΙΚΑ / ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ / ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ & ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ / ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με την απόφασή του που δημοσιεύθηκε στις 23-01-2017, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται ότι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως οφείλει να αρνείται την παράδοση των ανηλίκων για τους οποίους έχει εκδοθεί ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μόνον εφόσον οι ανήλικοι αυτοί, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως, δεν έχουν την απαιτούμενη ηλικία προκειμένου να θεωρούνται ποινικώς υπεύθυνοι για τις πράξεις για τις οποίες εξεδόθη ένταλμα κατ’ αυτών.

Επιπλέον, σύμφωνα με το ΔΕΕ, η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως, προκειμένου να αποφασίσει σχετικά με την παράδοση ανηλίκου για τον οποίο έχει εκδοθεί ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, οφείλει μόνον να εξακριβώσει αν το εν λόγω πρόσωπο έχει συμπληρώσει την ελάχιστη ηλικία προκειμένου να θεωρείται ποινικώς υπεύθυνο, στο κράτος μέλος εκτελέσεως, για τις πράξεις για τις οποίες εξεδόθη τέτοιο ένταλμα, χωρίς να οφείλει να λάβει υπόψη της ενδεχόμενες συμπληρωματικές προϋποθέσεις σχετικά με εξατομικευμένη αξιολόγηση, από τις οποίες το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού εξαρτά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την ποινική δίωξη ή την καταδίκη ανηλίκου για τέτοιες πράξεις.

Ειδικότερα, όπως επισημαίνει το ΔΕΕ, η κατά περίπτωση εκτίμηση των συμπληρωματικών προϋποθέσεων που προβλέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως για να είναι δυνατή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η δίωξη ή καταδίκη ανηλίκου, θα κατέληγε στο να στερεί κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα από τον σκοπό της απλουστεύσεως και της διασφαλίσεως της ταχύτητας της παραδόσεως του οποίου η επίτευξη επιδιώκεται με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών.

Ιστορικό της υπόθεσης

Ο D. Piotrowski είναι Πολωνός υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε στις 11 Αυγούστου 1993 στο Lapy (Πολωνία).

Στις 17 Ιουλίου 2014, το Sąd Okręgowy w Białymstoku (περιφερειακό δικαστήριο του Bialystok) εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως κατά του D. Piotrowski, για την παράδοσή του στις πολωνικές αρχές προς εκτέλεση των ποινών που επιβλήθηκαν με δύο αποφάσεις τις οποίες εξέδωσε το εν λόγω δικαστήριο. Με την πρώτη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2011, ο ενδιαφερόμενος καταδικάστηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή, διάρκειας έξι μηνών, λόγω κλοπής ποδηλάτου. Με τη δεύτερη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2012, ο ενδιαφερόμενος καταδικάστηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή, διάρκειας δύο ετών και έξι μηνών, διότι έδωσε ψευδείς πληροφορίες σε σχέση με σοβαρή απόπειρα.

Με διάταξη της 6ης Ιουνίου 2016, ο onderzoeksrechter van de Nederlandstalige rechtbank van eerste aanleg te Brussel (ανακριτής του ολλανδόφωνου πλημμελειοδικείου των Βρυξελλών, Βέλγιο) διέταξε να τεθεί υπό κράτηση ο D. Piotrowski, ενόψει της παραδόσεώς του στο κράτος μέλος εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, τη Δημοκρατία της Πολωνίας, προς εκτέλεση της αποφάσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2012.

Με την προαναφερθείσα διάταξη, ο ως άνω δικαστικός λειτουργός εκτίμησε, αντιθέτως, ότι, λαμβανομένου υπόψη του βελγικού νόμου για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, το ένταλμα που είχε εκδοθεί από το Sąd Okręgowy w Białymstoku (περιφερειακό δικαστήριο του Bialystok) δεν μπορούσε να εκτελεσθεί όσον αφορά την απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος ήταν 17 ετών όταν τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του προσάπτεται και ότι, εν προκειμένω, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο Βέλγιο για την ποινική δίωξη ανηλίκου που έχει συμπληρώσει την ηλικία των 16 ετών κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.

 Στις 7 Ιουνίου 2016, ο procureur des Konings (εισαγγελέας, Βέλγιο) άσκησε έφεση κατά της εν λόγω διατάξεως, καθόσον με αυτή διατυπώνεται μερική άρνηση εκτελέσεως του επίμαχου ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, ενώπιον του hof van beroep te Brussel (εφετείου Βρυξελλών, Βέλγιο).

Συναφώς, ο procureur des Konings (εισαγγελέας) υποστηρίζει ότι, δυνάμει του βελγικού νόμου για την προστασία της νεότητας, καίτοι ως ηλικία της ποινικής ενηλικιότητας έχει καθοριστεί η ηλικία των 18 ετών, ένας ανήλικος άνω των 16 ετών μπορεί, εντούτοις, να θεωρηθεί ποινικώς υπεύθυνος όταν έχει διαπράξει τροχαίες παραβάσεις ή εφόσον το jeugdrechtbank (δικαστήριο ανηλίκων) απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του ως προς αυτόν στις περιπτώσεις που μνημονεύονται και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον εν λόγω νόμο. Στο πλαίσιο αυτό, προς εφαρμογή του λόγου αρνήσεως εκτελέσεως που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4, 3°, του νόμου για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, θα αρκούσε να διενεργηθεί εκτίμηση in abstracto του κριτηρίου της ηλικίας από τη συμπλήρωση της οποίας ο ενδιαφερόμενος ανήλικος μπορεί να θεωρηθεί ποινικώς υπεύθυνος. Επομένως, δεν ήταν αναγκαίο να διεξαχθεί εκτίμηση in concreto των συμπληρωματικών προϋποθέσεων που θα πρέπει να πληρούνται, σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο, για την ενδεχόμενη ποινική δίωξη του ανηλίκου αυτού.

Κατόπιν της ασκήσεως της ως άνω εφέσεως, η δικογραφία σχετικώς με την εκτέλεση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως χωρίστηκε σε δύο μέρη.

Στις 21 Ιουνίου 2016, το raadkamer van de Nederlandstalige rechtbank van eerste aanleg te Brussel (δικαστικό συμβούλιο του ολλανδόφωνου πλημμελειοδικείου των Βρυξελλών, Βέλγιο), αφού ανέλυσε το σχετικό με την απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2012 μέρος του ως άνω εντάλματος συλλήψεως, διατύπωσε θετική γνώμη για την παράδοση του D. Piotrowski στη Δημοκρατία της Πολωνίας, προς εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.

Αντιθέτως, στο πλαίσιο της κατ’ έφεση διαδικασίας σχετικώς με την εκτέλεση της αποφάσεως της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, το hof van beroep te Brussel (εφετείο Βρυξελλών) διαπιστώνει, όπως είχε διαπιστώσει και ο procureur des Konings (εισαγγελέας), ότι, κατά το βελγικό δίκαιο, πλην των περιπτώσεων τελέσεως τροχαίων παραβάσεων, η ποινική ευθύνη ενός ανηλίκου άνω των 16 ετών μπορεί να στοιχειοθετηθεί μόνον εφόσον το jeugdrechtbank (δικαστήριο ανηλίκων) απεκδυθεί της αρμοδιότητάς του ως προς αυτόν και αναπέμψει την υπόθεση στην εισαγγελική αρχή για παραπομπή της είτε ενώπιον ειδικού τμήματος του εν λόγω δικαστηρίου, είτε ενώπιον κακουργιοδικείου, ανάλογα με την αξιόποινη πράξη που έχει τελεστεί.

Δεδομένου του βελγικού νομοθετικού πλαισίου, το hof van beroep te Brussel (εφετείο Βρυξελλών) επισημαίνει ότι η νομολογία του Hof van Cassatie (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Βέλγιο) δεν είναι μονοσήμαντη όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, 3°, του νόμου για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.

Λαμβανομένων υπόψη της νομολογιακής αβεβαιότητας σχετικά με τη διενέργεια in concreto ή  in abstracto εκτιμήσεως του κριτηρίου της ηλικίας από τη συμπλήρωση της οποίας ευθύνεται ποινικώς ο ανήλικος και του γεγονότος ότι ο λόγος αρνήσεως εκτελέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 4, 3°, του βελγικού νόμου για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως αποτελεί τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο του λόγου υποχρεωτικής μη εκτελέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το hof van beroep te Brussel (εφετείο Βρυξελλών) έκρινε αναγκαίο να ζητήσει από το Δικαστήριο διευκρινίσεις όσον αφορά το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής του δικαίου της Ένωσης, προκειμένου να εξασφαλιστεί μια ερμηνεία του βελγικού δικαίου συνάδουσα προς το γράμμα και τον σκοπό της διατάξεως αυτής.

Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν η προαναφερόμενη διάταξη της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια, πρώτον, ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να αρνείται την παράδοση κάθε προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και το οποίο θεωρείται ως ανήλικος δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους εκτελέσεως ή μόνον την παράδοση των ανηλίκων οι οποίοι, σύμφωνα με το δίκαιο αυτό, δεν έχουν την απαιτούμενη ηλικία προκειμένου να θεωρούνται ποινικώς υπεύθυνοι για τις πράξεις για τις οποίες εξεδόθη ένταλμα κατ’ αυτών και, δεύτερον, ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως, προκειμένου να αποφασίσει σχετικά με την παράδοση ανηλίκου για τον οποίο έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, οφείλει μόνον να εξακριβώσει αν το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει συμπληρώσει την ελάχιστη ηλικία προκειμένου να θεωρείται ποινικώς υπεύθυνο, στο κράτος μέλος εκτελέσεως, για τις πράξεις για τις οποίες εξεδόθη τέτοιο ένταλμα ή υπό την έννοια ότι η ως άνω αρχή δύναται επίσης να εκτιμά κατά πόσον πληρούνται εν προκειμένω οι συμπληρωματικές προϋποθέσεις σχετικά με εξατομικευμένη αξιολόγηση από τις οποίες το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού εξαρτά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την ποινική δίωξη ή την καταδίκη ανηλίκου.

Απόφαση του Δικαστηρίου

Με τη δημοσιευθείσα αυτή απόφασή του, το Δικαστήριο επισημαίνει, καταρχάς, ότι από το γράμμα του άρθρου 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν προετίθετο να αποκλείσει από την παράδοση τους ανηλίκους στο σύνολό τους, αλλά μόνον τα πρόσωπα εκείνα τα οποία, λόγω της ηλικίας τους, ουδόλως μπορούν να διωχθούν ποινικά ή να καταδικασθούν στο κράτος μέλος εκτελέσεως για τις οικείες πράξεις, καταλείποντας στο ίδιο αυτό κράτος μέλος, ελλείψει εναρμονίσεως στον τομέα αυτόν, την αρμοδιότητα για τον καθορισμό της ελάχιστης ηλικίας από τη συμπλήρωση της οποίας ένα πρόσωπο πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να θεωρείται ποινικώς υπεύθυνο για τέτοιες πράξεις.

Έξ αυτού το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι, το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένου υπόψη του γράμματός του, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει, κατ’ αρχήν, στις δικαστικές αρχές εκτελέσεως να αρνούνται την παράδοση των ανηλίκων, τους οποίους αφορά ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και οι οποίοι έχουν συμπληρώσει την ελάχιστη ηλικία από την οποία μπορούν να θεωρηθούν ποινικώς υπεύθυνοι, δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους εκτελέσεως, για τις πράξεις για τις οποίες εξεδόθη ένταλμα κατ’ αυτών.

Κατά το Δικαστήριο, οι προπαρασκευαστικές εργασίες της εν λόγω διατάξεως, καθώς και οι διατάξεις της οδηγίας 2016/800 [1], η οποία θεσπίζει κοινούς ελάχιστους κανόνες που αφορούν, ιδίως, την προστασία των δικονομικών δικαιωμάτων των παιδιών, δηλαδή των προσώπων που έχουν ηλικία κάτω των 18 ετών, τα οποία υπόκεινται σε διαδικασία ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δυνάμει της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.ενισχύουν την ερμηνεία ότι το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 δεν απαγορεύουν, κατ’ αρχήν, στις δικαστικές αρχές εκτελέσεως να προβαίνουν στην παράδοση ανηλίκων που έχουν συμπληρώσει την ηλικία της ποινικής ευθύνης στο κράτος μέλος εκτελέσεως.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό το Δικαστήριο διευκρινίζει πως, η οδηγία 2016/800 υποχρεώνει τις εν λόγω αρχές να εξασφαλίζουν στους εν λόγω ανηλίκους, κατά το χρονικό σημείο της εφαρμογής αυτής της αποφάσεως-πλαισίου, ότι πρόκειται να γίνουν σεβαστά ορισμένα ειδικά δικονομικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο πλαίσιο των εθνικών ποινικών διαδικασιών, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι δίνεται πάντοτε πρωταρχική σημασία στο υπέρτατο συμφέρον των παιδιών για τα οποία έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ.

Το Δικαστήριο καταλήγει στο πρώτο ερώτημα ότι το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να αρνείται την παράδοση των ανηλίκων για τους οποίους έχει εκδοθεί ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μόνον εφόσον οι ανήλικοι αυτοί, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως, δεν έχουν την απαιτούμενη ηλικία προκειμένου να θεωρούνται ποινικώς υπεύθυνοι για τις πράξεις για τις οποίες εξεδόθη ένταλμα κατ’ αυτών.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο υπενθυμίζει την πάγια νομολογία του ότι, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος.

Σύμφωνα με το Δικαστήριο, από το γράμμα του άρθρου 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, δεν προκύπτει η δυνατότητα να λάβει η δικαστική αρχή εκτελέσεως επίσης υπόψη της, προκειμένου να αποφασίσει σχετικά με την παράδοση του συγκεκριμένου προσώπου, τις συμπληρωματικές προϋποθέσεις σχετικά με εξατομικευμένη αξιολόγηση, από τις οποίες το δίκαιο του κράτους μέλους στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται η εν λόγω αρχή εξαρτά στη συγκεκριμένη περίπτωση την ενδεχόμενη ποινική δίωξη ή την ενδεχόμενη καταδίκη ενός ανηλίκου. Εναπόκειται δε στη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος να εφαρμόσει τους ειδικούς κανόνες σχετικά με την επιβολή ποινικών κυρώσεων για πράξεις που έχουν τελεστεί από ανηλίκους στο κράτος μέλος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται η τελευταία αυτή αρχή.

Εξ αυτών το Δικαστήριο διαπιστώνει πως, ελλείψει οποιασδήποτε ρητής σχετικής μνείας, το γράμμα του άρθρου 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν παρέχει τη δυνατότητα να υποστηριχθεί μια ερμηνεία σύμφωνα με την οποία η δικαστική αρχή εκτελέσεως θα πρέπει να αρνηθεί την παράδοση ανηλίκου τον οποίο αφορά ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως επί τη βάσει εκτιμήσεως της ιδιαίτερης καταστάσεως του προσώπου αυτού και των πράξεων για τις οποίες εξεδόθη το ένταλμα κατ’ αυτού, υπό το πρίσμα των συμπληρωματικών προϋποθέσεων σχετικά με εξατομικευμένη αξιολόγηση από τις οποίες εξαρτάται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ποινική ευθύνη ανηλίκου για τέτοιες πράξεις στο κράτος μέλος εκτελέσεως.

Ακολούθως, όσον αφορά το πλαίσιο και την εν γένει οικονομία του άρθρου 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το Δικαστήριο υπογραμμίζει το σύστημα δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις το οποίο καθιερώνει η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 και του οποίου η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως συνιστά τον «ακρογωνιαίο λίθο». Κατά συνέπεια, ενώ η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως αποτελεί τον κανόνα, η άρνηση εκτελέσεως ενός τέτοιου εντάλματος νοείται ως εξαίρεση που πρέπει να ερμηνεύεται στενά.

Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο, έχοντας ως βάση αναφοράς τη νομολογία του [2], παραδέχεται ότι χωρούν περιορισμοί των αρχών της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρεώσεως σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως κατοχυρώνονται, μεταξύ άλλων, στον Χάρτη και, εν προκειμένω, ειδικότερα στο άρθρο 24 του εν λόγω Χάρτη, το οποίο αφορά τα δικαιώματα του παιδιού, των οποίων ο σεβασμός επιβάλλεται στα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου. Ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, όσον αφορά διαδικασία ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η διασφάλιση των δικαιωμάτων αυτών αποτελεί, κατά κύριο λόγο, ευθύνη του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, ως προς το οποίο πρέπει να θεωρηθεί ότι τηρεί το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα που είναι αναγνωρισμένα από το δίκαιο αυτό.

Το Δικαστήριο συνάγει, αφενός, ότι ο προβλεπόμενος στο άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 λόγος υποχρεωτικής μη εκτελέσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει τη δυνατότητα στη δικαστική αρχή εκτελέσεως να αρνείται την εκτέλεση ενός τέτοιου εντάλματος επί τη βάσει μιας αναλύσεως που δεν προβλέπεται ρητώς από τη διάταξη αυτή ούτε από άλλους κανόνες αυτής της αποφάσεως-πλαισίου, και, αφετέρου, ότι μια τέτοια εκτίμηση είναι δυνατόν να αφορά στοιχεία τα οποία, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, είναι υποκειμενικής φύσεως, όπως η προσωπικότητα, το περιβάλλον και ο βαθμός ωριμότητας του συγκεκριμένου ανηλίκου, ή αντικειμενικής φύσεως, όπως η υποτροπή και η ύπαρξη μέτρων προστασίας της νεότητας που έχουν ήδη ληφθεί, πράγμα το οποίο θα κατέληγε, στην πραγματικότητα, στη διενέργεια μιας πραγματικής επανεξετάσεως επί της ουσίας της αναλύσεως που έχει ήδη διεξαχθεί στο πλαίσιο της δικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος, επί της οποίας βασίζεται η έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και η οποία επανεξέταση θα παραβίαζε και θα στερούσε κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα από την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.

Επιπλέον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι μια τέτοια δυνατότητα θα ήταν, επίσης, ασύμβατη με τον σκοπό που συνίσταται στη διευκόλυνση και επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, του οποίου η επίτευξη επιδιώκεται με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584, καθώς με την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο θεσπίστηκε ένα απλουστευμένο και αποτελεσματικότερο σύστημα παραδόσεως, μεταξύ δικαστικών αρχών, των καταδικασθέντων ή των υπόπτων για την παραβίαση της ποινικής νομοθεσίας που καθιστά δυνατή την αποφυγή της πολυπλοκότητας και του ενδεχομένου καθυστερήσεων που είναι στοιχεία εγγενή προς τις διαδικασίες εκδόσεως που ίσχυαν πριν από την έκδοση της αποφάσεως αυτής.

Μάλιστα, το Δικαστήριο εντοπίζει ότι ο ως άνω σκοπός είναι εμφανής, ιδίως, όσον αφορά τις προθεσμίες εκδόσεως των σχετικών με το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως αποφάσεων τις οποίες τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν και των οποίων η σπουδαιότητα εκφράζεται σε διάφορες διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, προβαίνοντας σε μία διεξοδική ανάλυση του συστήματος που θεσπίστηκε με την απόφαση-πλαίσιο σχετικά.

Συνεπώς, κατά το Δικαστήριο, η πρακτική ενός κράτους μέλους συνιστάμενη στο να προβαίνει το κράτος αυτό σε εκτίμηση της ιδιαίτερης καταστάσεως ενός ανηλίκου τον οποίο αφορά ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδοθέν από αρχή άλλου κράτους μέλους θα μπορούσε να υποχρεώνει τη δικαστική αρχή εκτελέσεως να ζητεί συστηματικά συμπληρωματικές πληροφορίες από τη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος, προκειμένου να είναι σε θέση να βεβαιωθεί ως προς την πλήρωση των σχετικών με εξατομικευμένη αξιολόγηση συμπληρωματικών προϋποθέσεων που θα παρείχε τη δυνατότητα, συγκεκριμένα, να διωχθεί ποινικώς ή να καταδικασθεί ένας ανήλικος στο κράτος μέλος εκτελέσεως, πράγμα το οποίο θα κατέληγε στο να στερεί κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα από τον σκοπό της απλουστεύσεως και της διασφαλίσεως της ταχύτητας της παραδόσεως.

Το Δικαστήριο αποφαίνεται στο δεύτερο ερώτημα ότι το άρθρο 3, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως, προκειμένου να αποφασίσει σχετικά με την παράδοση ανηλίκου για τον οποίο έχει εκδοθεί ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, οφείλει μόνον να εξακριβώσει αν το εν λόγω πρόσωπο έχει συμπληρώσει την ελάχιστη ηλικία προκειμένου να θεωρείται ποινικώς υπεύθυνο, στο κράτος μέλος εκτελέσεως, για τις πράξεις για τις οποίες εξεδόθη τέτοιο ένταλμα, χωρίς να οφείλει να λάβει υπόψη της ενδεχόμενες συμπληρωματικές προϋποθέσεις σχετικά με εξατομικευμένη αξιολόγηση από τις οποίες το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού εξαρτά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την ποινική δίωξη ή καταδίκη ενός ανηλίκου για τέτοιες πράξεις.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

[1] Οδηγία (ΕΕ) 2016/800 σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις για τα παιδιά που είναι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών.

[2] Απόφαση της Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C-659/15 PPU.

Διαδικασία στα μικτά ορκωτά δικαστήρια

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ / ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΦΟΥΣΑΣ

Ιδιωτικό ασφαλιστικό δίκαιο - 6η έκδοση

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ ΡΑΝΙΑ

send