Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων και τρανς ταυτότητα: Ενδιαφέρουσα απόφαση του Δικαστηρίου ΕΕ
Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Δικαίωμα διόρθωσης ανακριβών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Δεδομένα σχετικά με το φύλο διεμφυλικού πρόσφυγα – Πεδίο εφαρμογής
Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος
Με τη δημοσιευθείσα στις 13.03.2025 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι η διόρθωση δεδομένων σχετικών με την ταυτότητα φύλου δεν μπορεί να εξαρτάται από την απόδειξη περί του ότι το φυσικό πρόσωπο έχει υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση.
Σύμφωνα με το ΔΕΕ, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται την απουσία, στο εθνικό του δίκαιο, διαδικασίας νομικής αναγνώρισης της τρανς ταυτότητας προκειμένου να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος διόρθωσης.
Ιστορικό της υπόθεσης
Το 2014, το φυσικό πρόσωπο VP, ιρανικής ιθαγένειας, απέκτησε το καθεστώς πρόσφυγα στην Ουγγαρία επικαλούμενο την τρανς ταυτότητά του και προσκομίζοντας ιατρικά πιστοποιητικά από ψυχιάτρους και γυναικολόγους. Σύμφωνα με τα εν λόγω πιστοποιητικά, το φυσικό πρόσωπο VP γεννήθηκε μεν θήλυ, πλην όμως η ταυτότητα φύλου του είναι ανδρική. Εντούτοις, μετά την αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα στο φυσικό πρόσωπο VP επί τη βάσει αυτή, το πρόσωπο αυτό καταχωρίστηκε ως γυναίκα στο μητρώο ασύλου το οποίο τηρεί η ουγγρική αρχή ασύλου και το οποίο περιέχει τα δεδομένα ταυτοποίησης, συμπεριλαμβανομένου του φύλου, των προσώπων στα οποία έχει αναγνωριστεί το καθεστώς αυτό στην Ουγγαρία.
Το 2022 το φυσικό πρόσωπο VP, στηριζόμενο στα ίδια ιατρικά πιστοποιητικά, ζήτησε, μεταξύ άλλων, από την εν λόγω αρχή να διορθώσει τη μνεία όσον αφορά το φύλο του στο μητρώο ασύλου, βάσει του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ). Εντούτοις, η αίτηση αυτή απορρίφθηκε για τον λόγο ότι το φυσικό πρόσωπο VP δεν είχε αποδείξει ότι είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου.
Το φυσικό πρόσωπο VP άσκησε προσφυγή κατά της απόρριψης αυτής ενώπιον του δικαστηρίου περιφέρειας Βουδαπέστης (Ουγγαρία). Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι το ουγγρικό δίκαιο δεν προβλέπει διαδικασία νομικής αναγνώρισης της τρανς ταυτότητας και ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει, αφενός, εάν ο ΓΚΠΔ επιβάλλει σε εθνική αρχή η οποία είναι επιφορτισμένη με την τήρηση δημόσιου μητρώου να διορθώνει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με την ταυτότητα φύλου φυσικού προσώπου σε περίπτωση που τα εν λόγω δεδομένα δεν είναι ακριβή και, αφετέρου, εάν ένα κράτος μέλος μπορεί να εξαρτά, μέσω διοικητικής πρακτικής, την άσκηση του δικαιώματος διόρθωσης τέτοιων δεδομένων από την προϋπόθεση να παράσχει το εν λόγω πρόσωπο αποδείξεις, ιδίως περί της υποβολής του σε χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου.
Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο, πρώτον, παρατηρεί ότι, δυνάμει του ΓΚΠΔ και, ιδίως, της αρχής της ακρίβειας, η οποία διατυπώνεται sto άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, και άρθρο 16 αυτού, το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τη διόρθωση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ανακριβών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Ο ΓΚΠΔ συγκεκριμενοποιεί, ειδικότερα, το θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους. Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η ορθότητα και η πληρότητα των δεδομένων πρέπει να εκτιμώνται με βάση τον σκοπό για τον οποίο αυτά συλλέχθηκαν.
Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η επίμαχη επεξεργασία εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ, αναφέρει ότι στο ουγγρικό δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει εάν το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης δεδομένο είναι ακριβές σε σχέση με τον σκοπό για τον οποίο συλλέχθηκε. Σε περίπτωση που η συλλογή του εν λόγω δεδομένου έχει ως σκοπό την ταυτοποίηση του υποκειμένου του, το εν λόγω δεδομένο φαίνεται να αφορά, επομένως, την ταυτότητα φύλου όπως τη βιώνει το άτομο, και όχι το φύλο που του αποδόθηκε κατά τη γέννηση. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται την απουσία, στο εθνικό του δίκαιο, διαδικασίας νομικής αναγνώρισης της τρανς ταυτότητας προκειμένου να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος διόρθωσης. Πράγματι, καίτοι το δίκαιο της Ένωσης δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών σε θέματα οικογενειακής καταστάσεως των προσώπων και νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου, τα κράτη μέλη οφείλουν, ωστόσο, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του Χάρτη.
Συνεπώς, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι ο ΓΚΠΔ έχει την έννοια ότι επιβάλλει σε εθνική αρχή η οποία είναι επιφορτισμένη με την τήρηση δημόσιου μητρώου να διορθώνει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με την ταυτότητα φύλου φυσικού προσώπου σε περίπτωση που τα εν λόγω δεδομένα δεν είναι ακριβή, κατά την έννοια του ΓΚΠΔ.
Δεύτερον, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, για τους σκοπούς της άσκησης του δικαιώματος διόρθωσης του οποίου απολαύει, το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να οφείλει να παράσχει τα κρίσιμα και επαρκή αποδεικτικά στοιχεία τα οποία μπορούν ευλόγως να απαιτηθούν από το πρόσωπο αυτό προκειμένου να αποδείξει την ανακρίβεια των δεδομένων. Εντούτοις, ένα κράτος μέλος επ’ ουδενί μπορεί να εξαρτά την άσκηση του δικαιώματος διόρθωσης από την προϋπόθεση να παράσχει το εν λόγω πρόσωπο αποδείξεις περί του ότι έχει υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου.
Πράγματι, μια τέτοια απαίτηση θίγει, μεταξύ άλλων, την ουσία του δικαιώματος στην ακεραιότητα του προσώπου και του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, τα οποία διατυπώνονται αντιστοίχως στα άρθρα 3 και 7 του Χάρτη. Επιπλέον, μια τέτοια απαίτηση δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, ούτε αναγκαία ούτε αναλογική για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας και της συνεκτικότητας δημόσιου μητρώου, όπως το μητρώο ασύλου, δεδομένου ότι ένα ιατρικό πιστοποιητικό, περιλαμβανομένης μιας προηγούμενης ψυχολογικής διάγνωσης, μπορεί να συνιστά κρίσιμο και επαρκές αποδεικτικό στοιχείο συναφώς.
Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA