logo-print

Γλωσσικές απαιτήσεις και κτηνιατρικά φάρμακα - Υποχρέωση μεταφοράς οδηγίας στο εθνικό δίκαιο - Παροχή ζητούμενης έννομης προστασίας

Δικαστήριο ΕΕ: Δικαστήριο κράτους μέλους δεν μπορεί να θεωρήσει ότι δεν υφίσταται υποχρέωση μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο με την αιτιολογία ότι η μεταφορά θα ήταν άσκοπη λόγω της επικείμενης κατάργησης της οδηγίας

17/03/2021

19/03/2021

Lex & Forum

Lex & Forum

Lex & Forum

Lex & Forum

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τη δημοσιευθείσα στις 17-03-2021 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι το δικαστήριο κράτους μέλους είναι υποχρεωμένο να ασκήσει την εξουσία που του απονέμει το εθνικό δίκαιο προκειμένου να εκδώσει απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι το κράτος μέλος μετέφερε πλημμελώς οδηγία της Ένωσης στο εσωτερικό δίκαιο και ότι υποχρεούται να θεραπεύσει την πλημμέλεια αυτή.  

Πρόσθετα, κατά το ΔΕΕ, το εν λόγω δικαστήριο δεν δύναται να θεωρήσει ότι δεν υφίσταται υποχρέωση του κράτους μέλους να μεταφέρει την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο με την αιτιολογία ότι, κατά τη δικανική κρίση του, η μεταφορά της οδηγίας θα ήταν δυσανάλογη λόγω της επικείμενης τροποποίησης των απαιτήσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης.

Αξίζει να σημειωθεί σημειωθεί ότι το ΔΕΕ με την απόφασή του αυτή αποκλίνει ουσιωδώς από τις δημοσιευθείσες προτάσεις στην υπόθεση του γεν. εισαγγελέα ΔΕΕ M. Bobek, ο οποίος είχε προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι  εθνική ρύθμιση ή πρακτική δυνάμει της οποίας ο εθνικός δικαστής έχει τη διακριτική ευχέρεια να παράσχει έννομη προστασία –καθώς και να καθορίσει τη μορφή της εν λόγω προστασίας– σε προσφεύγοντα ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν μεταφέρει προσηκόντως κάποια οδηγία, στην περίπτωση που η προσφυγή είναι βάσιμη δεν είναι αντίθετη με το δίκαιο της Ένωσης και ειδικότερα με τις αρχές της δικονομικής αυτονομίας και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Ιστορικό της υπόθεσης

Ο UH, Ιρλανδός υπήκοος που έχει ως μητρική του γλώσσα την ιρλανδική και κατάγεται από την Gaeltacht του Galway (περιφέρεια του Galway, Ιρλανδία), διαπίστωσε ότι οι πληροφορίες που συνοδεύουν τα κτηνιατρικά φάρμακα αναγράφονταν αποκλειστικά στην αγγλική γλώσσα. Θεωρεί όμως ότι η οδηγία 2001/82/ΕΚ [οδηγία περί κοινοτικού κώδικος για τα κτηνιατρικά φάρμακα, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2004/28/ΕΚ] επιβάλλει να αναγράφονται οι πληροφορίες αυτές και στις δύο επίσημες γλώσσες της Ιρλανδίας, δηλαδή στα ιρλανδικά και στα αγγλικά. 

Ειδικότερα, η οδηγία 2001/82/ΕΚ προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι οι εξωτερικές συσκευασίες ή τα δοχεία των κτηνιατρικών φαρμάκων πρέπει να περιλαμβάνουν υποχρεωτικές ενδείξεις σχετικά με τα φάρμακα, π.χ., την ονομασία, τη δόση, τη μορφή, τη σύνθεση, τον αριθμό της παρτίδας παρασκευής, τον αριθμό άδειας κυκλοφορίας, τα είδη ζώων για τα οποία προορίζεται και τη δοσολογία. Το άρθρο 58, παράγραφος 4, της οδηγίας προβλέπει ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να αναγράφονται «στην ή στις γλώσσες της χώρας που κυκλοφορεί».

Στις 14 Νοεμβρίου 2016, ο UH ζήτησε από το Ard-Chúirt (ανώτερο δικαστήριο, Ιρλανδία) να διαπιστώσει τη μη προσήκουσα μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο και τη συνακόλουθη υποχρέωση της Ιρλανδίας να τροποποιήσει την εθνική της νομοθεσία

Το Ard-Chúirt διαπίστωσε ότι η εθνική νομοθεσία δεν ήταν σύμφωνη, όσον αφορά την επισήμανση και το φύλλο οδηγιών των κτηνιατρικών φαρμάκων, προς τις γλωσσικές απαιτήσεις που έθετε η οδηγία και, συνεπώς, συνέτρεχε παράβαση του άρθρου 288 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, το εν λόγω δικαστήριο παρατήρησε ότι ο κανονισμός (EE) 2019/6 [κανονισμός  για τα κτηνιατρικά φάρμακα και για την κατάργηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ], του οποίου η έναρξη εφαρμογής προβλέπεται για τις 28 Ιανουαρίου 2022, ορίζει στο άρθρο του 7, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι υποχρεωτικές ενδείξεις αναγράφονται στην «επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του κράτους μέλους στην αγορά του οποίου διατίθεται το κτηνιατρικό φάρμακο». Συνεπώς, βάσει του κανονισμού οι πληροφορίες που πρέπει να αναγράφονται στις εξωτερικές συσκευασίες, στις εσωτερικές συσκευασίες και στο φύλλο οδηγιών των κτηνιατρικών φαρμάκων μπορούν να συντάσσονται στην ιρλανδική ή στην αγγλική γλώσσα. Το δικαστήριο αυτό εκτίμησε, επομένως, ότι ο προσφεύγων θα αντλήσει περιορισμένο και προσωρινό μόνον όφελος από την τροποποίηση της ιρλανδικής νομοθεσίας για τη συμμόρφωσή της με την οδηγία, ενώ οι προμηθευτές και οι διανομείς κτηνιατρικών φαρμάκων θα αντιμετωπίσουν δυσχέρειες που θα μπορούσαν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία των ζώων καθώς και στην οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ιρλανδία

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Ard-Chúirt αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία και να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο, υπενθύμισε, καταρχάς, ότι η υποχρέωση των κρατών μελών προς επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει μια οδηγία και το καθήκον τους να λάβουν όλα τα σχετικά γενικά ή ειδικά μέτρα δεσμεύουν όλες τις αρχές των κρατών μελών, περιλαμβανομένων και των δικαιοδοτικών αρχών, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ. Εξάλλου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, κατά το ιρλανδικό δίκαιο, οι μεν ιδιώτες δύνανται να ζητήσουν να αναγνωριστεί δικαστικώς ότι η Ιρλανδία δεν έχει μεταφέρει προσηκόντως στο εσωτερικό δίκαιο οδηγία της Ένωσης και ότι υποχρεούται να προβεί στη μεταφορά αυτή, τα δε εθνικά δικαστήρια δύνανται να αρνηθούν την έκδοση τέτοιας αναγνωριστικής δικαστικής απόφασης για τους λόγους που προβλέπει το ιρλανδικό δίκαιο. 

Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε τη μη προσήκουσα μεταφορά της οδηγίας 2001/82/ΕΚ στο εσωτερικό δίκαιο. Το Δικαστήριο παρατήρησε συναφώς ότι το γεγονός ότι η ιρλανδική νομοθεσία θα είναι στο μέλλον συμβατή με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/6, ο οποίος θα εφαρμοστεί από τις 28 Ιανουαρίου 2022, δεν αναιρεί τη διαπίστωση περί ασυμβατότητας της εν λόγω νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης μέχρι την ημερομηνία αυτή ούτε, κατά μείζονα λόγο, μπορεί να δικαιολογήσει μια τέτοια ασυμβατότητα. Πράγματι, μέχρι την κατάργηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ από τον κανονισμό, οι διατάξεις της διατηρούν τον δεσμευτικό χαρακτήρα τους. Μόνον το Δικαστήριο μπορεί, κατ’ εξαίρεση και για επιτακτικούς λόγους ασφάλειας δικαίου, να αναστείλει προσωρινά το αποτέλεσμα κανόνα του δικαίου της Ένωσης έναντι του αντίθετου προς τον κανόνα αυτόν εθνικού δικαίου. 

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, εθνικό δικαστήριο το οποίο διαπιστώνει, στο πλαίσιο διαδικασίας προβλεπόμενης για τον σκοπό αυτόν από το εθνικό δίκαιο, ότι το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του να μεταφέρει προσηκόντως στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 2001/82/ΕΚ, δεν επιτρέπεται να μην εκδώσει απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι το κράτος μέλος μετέφερε πλημμελώς την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο και ότι υποχρεούται να θεραπεύσει την πλημμέλεια αυτή, επειδή, κατά την κρίση του εθνικού δικαστηρίου, η εθνική νομοθεσία είναι σύμφωνη προς τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/6, ο οποίος κατήργησε την οδηγία και θα αρχίσει να εφαρμόζεται από τις 28 Ιανουαρίου 2022

Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

 

Κανονισμός (ΕE) 1215/2012 - Κανονισμός Βρυξέλλες Ια - Κατ

ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ ΠΑΡΙΣ

ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ

Δίκαιο κεφαλαιαγοράς

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΚΑΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

ΤΟΥΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

send