logo-print

«Η άλλη πλευρά» - Μια σειρά των κακώς κειμένων των νομικών σχολών ανά την Ελλάδα: Οι βιβλιοθήκες και τα βιβλία στις νομικές σπουδές

Τα σημαντικά προβλήματα που εντοπίζονται στις βιβλιοθήκες και το σύστημα της δωρεάν διανομής ακαδημαϊκών συγγραμμάτων

17/09/2019

14/10/2019

Ο περιορισμός του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας προς όφελος της εκπαίδευσης στο ελληνικό και ενωσιακό δίκαιο

ΔΙΚΑΙΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

ΑΝΘΟΥΛΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ο περιορισμός του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας προς όφελος της εκπαίδευσης στο ελληνικό και ενωσιακό δίκαιο

ΔΙΚΑΙΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

ΑΝΘΟΥΛΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Αθανάσιος Πεφτίνας, Ασκούμενος Δικηγόρος Θεσσαλονίκης

Γεώργιος Καράντζιος, Φοιτητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

Όπως και στο εναρκτήριο κείμενο αυτής της σειράς, έτσι και σ’ αυτό στόχος μας είναι να αναδείξουμε παθογένειες των νομικών σχολών που δεν σχετίζονται άμεσα με την οικονομική κρίση. Ο λόγος είναι προφανής: όταν εκλείπει η δικαιολογία της έλλειψης πόρων, μένει ακάλυπτη η απορία «τότε τι φταίει;».

Στο παρόν κείμενο θα αναφερθούμε σε ένα κομμάτι των παθογενειών που συχνά διαφεύγει της προσοχής: στο βιβλίο. Το αναγκαίο αυτό για κάθε νομικό εργαλείο εμφανίζεται στον ακαδημαϊκό χώρο σε δύο επίπεδα: σε συλλογικό, ήτοι στις βιβλιοθήκες, και σε ατομικό, ήτοι στο σύστημα της δωρεάν διανομής ακαδημαϊκών συγγραμμάτων. Και οι δύο αυτές διαστάσεις ενέχουν προβλήματα με, ενίοτε, -όπως πιστεύουμε θα γίνει φανερό- ακατανόητη αιτία.

Αρχικά, είναι γεγονός ότι τα απαρχαιωμένα συστήματα μηχανοργάνωσης, όπως και η διοικητική και δημοσιονομική εξάρτηση αποτελούν δύο παράγοντες που δυσχεραίνουν τη βασική αποστολή των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών, δηλαδή την αποτελεσματική εξυπηρέτηση του αναγνωστικού κοινού. Βέβαια, η εν λόγω δυσλειτουργία σχετίζεται εν πολλοίς με τις γενικότερες «τύχες» των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων στα οποία και είναι οργανικά εντεταγμένες οι βιβλιοθήκες (έλλειψη των απαραίτητων κονδυλίων στους προϋπολογισμούς, περικοπή δαπανών λόγω της οικονομικής κρίσης, έλλειψη προσωπικού κ.ά.). Και γι’ αυτόν τον λόγο η επίλυσή τους δεν μπορεί να συμβεί οίκοθεν. Όμως, πέραν των γενικότερων δημοσιονομικών ζητημάτων, τα οποία εμφανίζουν επιπτώσεις όχι μόνον στις νομικές, αλλά και σε όλες τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες της χώρας, εντοπίζονται προβλήματα που γενεσιουργός τους λόγος είναι η έλλειψη εσωτερικής οργάνωσης και η «πολιτική» που ακολουθεί έκαστη βιβλιοθήκη.

Πρώτο δείγμα μιας τέτοιας παθογένειας είναι το σύστημα δανεισμού που χρησιμοποιεί η κάθε βιβλιοθήκη. Σε αντίθεση με βιβλιοθήκες άλλων σχολών, στη νομική ισχύει σε γενικές γραμμές ένα σύστημα βραχυχρόνιου δανεισμού με δυνατότητα κάποιας ανανέωσης: συνήθως το τεκμήριο δανείζεται για ένα δεκαπενθήμερο με δυνατότητα ισόποσης παράτασής του. Αν και ένα τέτοιο σύστημα θα ήταν ενδεχομένως άψογο για μια δημοτική ή δημόσια τοπική βιβλιοθήκη, στην περίπτωση της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης αναιρείται εν πολλοίς ο σκοπός της. Τα επιστημονικά συγγράμματα δεν αναγιγνώσκονται γραμμικά και διαδοχικά. Η έρευνα είναι δυναμική και ο ερευνητής προσπελάζει το περιεχόμενό τους κατά διαφορετικές στιγμές και σε διαφορετικά σημεία του εκτεταμένου περιεχομένου τους. Παράλληλα, ερευνά ένα πλήθος συγγραμμάτων επί του ίδιου θέματος. Ως εκ τούτου, δεν γίνεται πραγματικά «ανάγνωση» ενός βιβλίου, αλλά μάλλον «χρήση» ενός βιβλίου, ο χρόνος της οποίας δεν προκύπτει φυσικά από το μέσο όρο ανάγνωσης ενός βιβλίου (δηλαδή, δεκαπέντε ημέρες!), αλλά από τον χρόνο που απαιτεί η συνολική έρευνα του φοιτητή. Ήδη σε πολλές άλλες σχολές, προκειμένου να καλυφθεί αφενός η ζήτηση τεκμηρίων, αφετέρου οι ανάγκες μιας έρευνας, προβλέπεται μεν ένας βραχυπρόθεσμος δανεισμός της τάξης του δεκαπενθημέρου, παράλληλα, όμως, δίδεται η δυνατότητα πολλαπλών ανανεώσεων (ακόμη και πέντε ή έξι), οι οποίες είναι εφικτές, εφόσον στο μεσοδιάστημα δεν έγινε «κράτηση» στο τεκμήριο από άλλο ενδιαφερόμενο.

Ακρότατο δείγμα οργανωτικής ακαμψίας ανευρίσκουμε σε βιβλιοθήκη που ισχύει απαγόρευση δανεισμού του πρώτου τεκμηρίου, όταν δεν υπάρχει άλλο αντίτυπο του ίδιο τεκμηρίου στη βιβλιοθήκη. Στην περίπτωση αυτή, η βιβλιοθήκη κατ΄ ουσίαν προτιμά να λειτουργεί περισσότερο ως αναγνωστήριο, παρά ως δανειστική βιβλιοθήκη. Μόνο που, ταυτοχρόνως, η βιβλιοθήκη απαγορεύει κατά κανόνα τη χρήση του χώρου της ως αναγνωστηρίου από τους φοιτητές: εύλογα, δεδομένου ότι δεν είναι αυτή η λειτουργία της. Το αποτέλεσμα, όμως, αυτής της αντιφατικής πολιτικής είναι εν τέλει ένα τεράστιο μέρος της βιβλιοθήκης να παραμένει διακοσμητικό, εφόσον η μυωπική προσπάθεια της βιβλιοθήκης να μην αποστερηθεί τα εν λόγω τεκμήρια, έχει ως κατάληξη αυτά να μην αναγιγνώσκονται ποτέ. Το πρόβλημα, μάλιστα, επιτείνεται, καθώς τα ίδια ισχύουν και για απαγορευτικά βραχυπρόθεσμους δανεισμούς (της τάξης των τριών ημερών) για ολόκληρες κατηγορίες συγγραμμάτων, χωρίς πάντοτε να αποτελούν παλαίτυπα, ώστε να δικαιολογείται η προστασία τους λόγω σπανιότητας ή κινδύνου φθοράς.

Από την άλλη πλευρά, εντοπίζεται μια ασυλλόγιστη ελευθεριότητα δανεισμού για λογαριασμό των μελών ΔΕΠ σε σημείο που να καταγράφεται μια κατηγοριοποίηση των χρηστών της βιβλιοθήκης σε προνομιούχους και μη, εν σχέσει προς την ιδιότητά τους και μόνο. Συγκεκριμένα, τους επιτρέπεται, πολλές φορές και επέκεινα των κανονισμών, ο δανεισμός οιουδήποτε τεκμηρίου (μονότυπων, περιοδικών ή ακόμη και συλλογικών τόμων), άνευ αριθμητικών περιορισμών και ορισμένης διάρκειας επιστροφής. Η πρακτική αυτή της “à la carte” εφαρμογής των κανόνων λειτουργίας της βιβλιοθήκης έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται αδικαιολόγητες ελλείψεις, ενώ υποβαθμίζει τη μονάδα του φοιτητή, ιδίως του προπτυχιακού, σε χρήστη δεύτερης κατηγορίας, χωρίς ισότιμη πρόσβαση στη γνώση. Κυρίως, όμως, καταδεικνύει πως η ερευνητική προσπάθεια ενός «εν τη γενέσει» νομικού δεν είναι άξια προσοχής και, παρεπόμενα, υλικής υποστήριξης. 

Περαιτέρω, η ως άνω κατάσταση επαληθεύεται και μέσω του συστήματος αύξησης των δικαιωμάτων (ή κατ’ ακριβολογία προνομίων) δανεισμού ανάλογα προς την συν τω χρόνω κλιμάκωση των σπουδών του φοιτητή στο μεταπτυχιακό και το διδακτορικό. Η κατάταξη των φοιτητών σε χρήστες με περισσότερες ή μη δυνατότητες δανεισμού (λ.χ. στην ποσότητα των τεκμηρίων, σε μονότυπα κ.ά.), εδραζόμενη αποκλειστικά και μόνο στο εμπειρικό (και, άρα, πολλές φορές τυχαίο) κριτήριο της ιδιότητας του χρήστη, φαίνεται να παραγνωρίζει την ανάγκη συνεκτίμησης της συγκεκριμένης κάθε φορά περίπτωσης και των ιδιαιτεροτήτων που τη συνοδεύουν. Μια τέτοια αντιμετώπιση, όμως, πέραν του ότι δυσχεραίνει τη λειτουργικότητα βιβλιοθήκης, συνεπάγεται και την αποθάρρυνση της ερευνητικής διάθεσης των νεότερων φοιτητών, εφόσον η διεύρυνση των διανοητικών τους οριζόντων συναντά τα ανυπέρβλητα προσκόμματα των κανονισμών. 

Μια άλλη έκφανση της παθογένειας των βιβλιοθηκών αποτελεί το σύστημα της αργοπορημένης επικαιροποίησης του περιεχομένου τους. Δεδομένου ότι τα φυλασσόμενα τεκμήρια είναι κυρίως παλαιά, η εισφορά ολίγων νέων στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις φτωχικές προβλέψεις των προϋπολογισμών. Οι δε δωρεές ιδιωτών (λ.χ. μελών ΔΕΠ, ερευνητών-συγγραφέων, συνταξιούχων δικηγόρων κ.ά.) δεν είναι σε θέση να λύσουν το πρόβλημα, καθώς είναι σε κάθε περίπτωση συγκυριακές και ποσοτικά περιορισμένες. Όμως, πέραν της γενικότερης δημοσιονομικής δυσχέρειας εκτεταμένων αγορών, οι μικρές δυνατότητες ανανέωσης βάλλονται διαδικαστικά «εκ των έσω» διά της μεσολάβησης μιας ακατανόητα χρονοβόρας γραφειοκρατίας. Μιας γραφειοκρατίας που δεν εμποδίζει τόσο την προμήθεια όσο την τοποθέτηση του τεκμηρίου στο οικείο ράφι. Τα προσκόμματα στην ταχεία ενημέρωση εντοπίζονται κυρίως στην επιβίωση παραδοσιακών βιβλιοθηκονομικών μοντέλων, αλλά και στην ύπαρξη υπαλλήλων που δεν γνωρίζουν ή δυσκολεύονται στον χειρισμό ψηφιακών βάσεων δεδομένων. Η επιδείνωση, μάλιστα, της προβληματικής αυτής κατάστασης συναντάται εναργέστερα στο πεδίο των συνδρομών σε περιοδικά, στα οποία η επικαιρότητα συνιστά το προσδιοριστικό τους γνώρισμα. Σε πρακτικό επίπεδο, η χρονοτριβή μεταξύ της παραλαβής και της έκθεσης ενός τεύχους στο ράφι είναι δυνατό να απομειώσει σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο του, όταν στο ενδιάμεσο διάστημα θα έχουν τυπωθεί νέα με σύγχρονες πληροφορίες. Η όλη κατάσταση συνεπάγεται, λοιπόν, σημαντικές δυσκολίες προς τους χρήστες, αφού αδυνατούν να παρακολουθήσουν τη δυναμική εξέλιξη της επιστήμης τους, ταυτόχρονα, όμως, εμποδίζει και την υποστήριξη του εκπαιδευτικού έργου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες οι βιβλιοθήκες των σχολών. 

Επιπρόσθετα, η ανεπάρκεια της εσωτερικής οργάνωσης εκδηλώνεται και στο επίπεδο της απουσίας κυρώσεων σε βάρος των αμελών χρηστών. Κάθε οργανωμένη βιβλιοθήκη οφείλει να προστατεύει αποτελεσματικά τον πλούτο γνώσης που διαθέτει, επιβάλλοντας τον σεβασμό των κανόνων που εγγυώνται την καλή της λειτουργία και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να διαιωνίζονται πρακτικές καθυστερήσεων επιστροφής του τεκμηρίου, αλλά και πρόκλησης φθορών επ’ αυτού άνευ ανάλογης σημασίας συνεπειών. Είναι ευτυχές ότι σε ορισμένες βιβλιοθήκες το σύστημα χρέωσης για κάθε ημέρα καθυστέρησης λειτουργεί, την ίδια στιγμή που σε άλλες ο χρήστης ενημερώνεται μέσω τυποποιημένων μηνυμάτων και οι περιγραφόμενες απειλές έκπτωσης από το δικαίωμα δανεισμού δεν υλοποιούνται ποτέ, ενώ χρηματικές κυρώσεις δεν προβλέπονται. Όμως, αναφορικά με την υποχρέωση εποπτείας φθορών των δανειζόμενων βιβλίων (λ.χ. υπογραμμίσεις και σημειώσεις εντός αυτών, σχίσιμο σελίδων) είναι λυπηρό να εντοπίζεται τόσο απουσία ενδιαφέροντος εκ μέρους των ιθυνόντων όσο και έλλειψη συστήματος διοικητικών προστίμων, τα οποία θα μπορούσαν να αποτρέψουν αποτελεσματικά τις πρακτικές βανδαλισμού.

Όπως αναφέρθηκε όμως, το βιβλίο συναντάται και σε μια ατομική διάσταση, μέσω της δωρεάν διανομής των ακαδημαϊκών συγγραμμάτων. Ένα σύστημα που ενώ φαίνεται να ενσαρκώνει μια θεμελιώδη αρχή της παιδείας -αυτήν της δωρεάν παιδείας-, εντούτοις υλοποιείται με τον πιο κοστοβόρο και ενίοτε σπάταλο τρόπο, χωρίς μάλιστα να λείπουν πτυχές αδιαφάνειας και ιδιωτικών συμφερόντων.

Από οικονομικής πλευράς, πρόκειται για μια πρακτική με τεράστια δαπάνη. Περιλαμβάνει το κόστος τύπωσης, πνευματικών και εμπορικών δικαιωμάτων συγγραφέων και εκδοτικών οίκων, μεταφοράς στα σημεία διανομής και απασχόλησης ιδιωτικών βιβλιοπωλείων για τη διανομή, μια πραγματική αιμορραγία στον πλέον συρρικνωμένο προϋπολογισμό για την παιδεία. Διανέμονται μάλιστα υπερμεγέθη συγγράμματα της τάξης των 800-1000 και πλέον σελίδων, πολλά από τα οποία έως πρόσφατα εκδίδονταν στην εμπορική τους μορφή με σκληρό εξώφυλλο.

Από την εκπαιδευτική πλευρά, τα περισσότερα από τα εν λόγω συγγράμματα δεν προορίζονται καν για εκπαιδευτική-διδακτική χρήση. Διότι, μεταξύ άλλων, πρόκειται για ογκώδη επιστημονικά εγχειρίδια, τα οποία προαπαιτούν υψηλή εξοικείωση και κατάρτιση, και ως εκ τούτου, απευθύνονται σε άλλο κοινό και σε άλλο σκοπό. Υπάρχουν, ευτυχώς, ευάριθμες εξαιρέσεις αμιγώς διδακτικών εγχειρίδιων, οι οποίες, όμως, δεν είναι σε θέση να αμβλύνουν το πρόβλημα. Ο όγκος της φιλοξενούμενης ύλης τους είναι πρακτικά αδύνατον να καλυφθεί εντός του ακαδημαϊκού εξαμήνου, γεγονός που οδηγεί σε μια σκληρή αλήθεια: στο μεγαλύτερο μέρος τους, τα διανεμόμενα συγγράμματα προορίζονται να μη διαβαστούν. Στις καλύτερες των περιπτώσεων εγκαταλείπονται σε κάποιο ράφι από τον φοιτητή. Η δε μεταγενέστερη χρήση τους σε ένα ωριμότερο επίπεδο είναι μάλλον αδύνατη, λόγω των νομοθετικών αλλαγών που μεσολαβούν, αλλά και των κλίσεων του εκάστοτε φοιτητή που τον οδηγούν σε ενασχόληση με συγκεκριμένους κλάδους.

Θα ήταν όμως επιφανειακή, αν όχι υποκριτική, η αναφορά των «κακώς κειμένων» στον τίτλο της παρούσας σειράς άρθρων, αν δεν αναφερόμασταν στο -κατά τη γνώμη μας- μεγαλύτερο ζήτημα. Πρόκειται για την ηθική διάσταση του πράγματος και έγκειται στο ότι ο καθορισμός των συγγραμμάτων που διανέμονται γίνεται από τους ίδιους τους συγγραφείς τους. Έτσι, τα διανεμόμενα βιβλία διαφοροποιούνται από σχολή σε σχολή ανάλογα με τα μέλη ΔΕΠ, μιας και αποφασίζεται ως επί το πλείστον να κατοχυρώνονται στις επιλογές τα συγγράμματα που τα ίδια έγραψαν. Δεν θα αναλύσουμε τα προφανή ζητήματα αδιαφάνειας, έλλειψης αξιοκρατίας και ακαδημαϊκού δεσποτισμού που εγείρονται. Θα αναφέρουμε μόνο ορισμένες συγκεκριμένες πρακτικές επιπτώσεις. Πρώτον, η ανά μάθημα δυνατότητα επιλογής περιορίζεται εν πολλοίς στα συγγράμματα των διδασκόντων της συγκεκριμένης κάθε φορά σχολής. Η τραγικότερη εκδοχή, μάλιστα, είναι όταν όλα τα προτεινόμενα συγγράμματα κάποιου μαθήματος ανήκουν στον ίδιο συγγραφέα, χωρίς να υπάρχει καν σύγγραμμα άλλου διδάσκοντα, ακόμη και της ίδιας σχολής (!). Δεύτερον, επαληθεύεται η προαναφερθείσα ακαταλληλότητά τους, καθώς τα περισσότερα από αυτά δεν γράφτηκαν για διδακτικό σκοπό. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, πόσο κακότεχνα μετατράπηκαν ογκώδη επιστημονικά συγγράμματα σε «επιτομές» προκειμένου να μπορούν να περιοριστούν εντός του ορίου των λέξεων που προβλέφθηκε μετά από νομοθετική παρέμβαση: αλλού αφαιρέθηκαν ολόκληρα κεφάλαια και αλλού όλες αδιακρίτως οι υποσημειώσεις, οδηγώντας σε ουσιαστικές ελλείψεις. Τρίτον, το σύστημα διανομής των συγγραμμάτων εκφυλίζεται σε μια ανεξέλεγκτη κερδοσκοπική δραστηριότητα με μόνο ανταγωνιστικό περιορισμό τα αντικρουόμενα συμφέροντα των συγγραφέων που είναι σε θέση να επηρεάσουν τη διαμόρφωση αυτών των αποφάσεων.

Τα ανωτέρω προβλήματα αποτελούν τροχοπέδη στην εξέλιξη της νομικής σπουδής στη χώρα μας, και η επίλυσή τους απαιτεί μια σειρά από -αν μη τι άλλο τολμηρές- μεταβολές. Οι περισσότερες έγιναν φανερές ήδη κατά την έκθεση των παθογενειών: καθολική καθιέρωση συστήματος ημερήσιας χρέωσης για κάθε καθυστέρηση, θέσπιση ενός πιο ευέλικτου συστήματος δανεισμού, εξορθολογισμός των δικαιωμάτων δανεισμού των μελών ΔΕΠ, ενίσχυση της εποπτείας και της οργάνωσης, εξέλιξη των τεχνολογικών μέσων, ιδίως μέσω της δυνατότητας επιτήρησης των δανεισθέντων τεκμηρίων και της ανανέωσης τους και  ηλεκτρονικά. Όμως, ειδικώς ως προς το ζήτημα της διανομής των ακαδημαϊκών συγγραμμάτων, θέλουμε να προτείνουμε δύο λύσεις.

Σε βραχυπρόθεσμο πλαίσιο, θα προτείναμε την κατάργηση του υπάρχοντος συστήματος διανομής συγγραμμάτων, και τη θεσμοθέτηση ενός συστήματος ετήσιου χρησιδανεισμού τους. Τα συγγράμματα θα αγοράζονται εφάπαξ  από το κράτος και δεν θα δίδονται στους φοιτητές, αλλά στις βιβλιοθήκες, με τη δημιουργία ειδικής γραμματείας που θα αναλάβει τη διοικητική υποστήριξη. Μέσω αυτού του θεσμού, τα εκάστοτε συγγράμματα θα χρησιδανείζονται στους φοιτητές για ολόκληρο το ακαδημαϊκό έτος, μετά την περάτωση του οποίου οι τελευταίοι θα οφείλουν να τα επιστρέψουν στην κατάσταση που τα παρέλαβαν. Παράλληλα, θα υπάρχει και ένα σημαντικό απόθεμα επιπλέον συγγραμμάτων για όσους φοιτητές χρειαστούν δεύτερο δανεισμό σε επόμενο ακαδημαϊκό έτος, επειδή «χρωστούν» το μάθημα. Έτσι, αφενός λύνεται το ζήτημα του τεράστιου κόστος του νυν συστήματος διανομής, αφετέρου οι βιβλιοθήκες εμπλουτίζονται με καταχωρήσεις βιβλίων και επιτυγχάνεται μεγαλύτερος πλουραλισμός κατά την επιλογή των συγγραμμάτων.

Σε μακροπρόθεσμο πλαίσιο, θεωρούμε μεγάλης αξίας τη δημιουργία μιας ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης, η οποία θα περιλαμβάνει σε ψηφιοποιημένη μορφή συγγράμματα και περιοδικά και θα διατίθεται προς ελεύθερη χρήση σε φοιτητές και εν γένει μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, κατά τα πρότυπα των ήδη υπαρχουσών online βάσεων εκδοτικών οίκων που έχουν ψηφιοποιήσει τις εκδόσεις τους. Ειδικότερα, αντί της υλικής τύπωσης, δημιουργείται μια ολοκληρωμένη ψηφιακή βάση δεδομένων με μηχανισμούς που διασφαλίζουν τη μη δυνατότητα αντιγραφής μεγάλων αποσπασμάτων, ώστε να προστατεύονται ταυτόχρονα, και τα πνευματικά και τα εμπορικά δικαιώματα των συγγραφέων και του οίκου, ενώ η πρόσβαση γίνεται μέσω ειδικού λογαριασμού που απαγορεύει την παράλληλη σύνδεση από περισσότερες συσκευές.

Η ηλεκτρονική βιβλιοθήκη θα είναι πανελλαδική, με αποτέλεσμα οι φοιτητές να έχουν πρόσβαση στα προτεινόμενα συγγράμματα όλων των σχολών, ανεξαρτήτως της σχολής στην οποία φοιτούν. Έτσι, θα δημιουργηθεί μια μεγάλη ηλεκτρονική νομική βιβλιοθήκη με όλα τα πλεονεκτήματα που αυτό συνεπάγεται σε ζητήματα διανομής, χωροταξίας, περιβαλλοντικού κόστους, μεταφοράς των συγγραμμάτων από τους φοιτητές κ.λπ. Εκτιμούμε ότι μια τέτοια εφαρμογή δεν θα επέλυε απλώς τα αναφερόμενα ζητήματα, αλλά θα εξέλισσε εν γένει το επίπεδο της βιβλιογραφικής έρευνας στη χώρα μας.

Στρατιωτικό Ποινικό Δίκαιο

ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΔΑΜ ΠΑΠΑΔΑΜΑΚΗΣ

Ευρωπαϊκό εργατικό δίκαιο

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΖΕΡΔΕΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

send