logo-print

Η πρακτική σημασία και το νομικό καθεστώς της αναδοχής ανηλίκου

26/04/2021

26/04/2021

Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ - Δ΄ έκδοση

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΠΕΣ

ΚΑΛΑΒΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Το σύγχρονο δικαίωμα επιφάνειας

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Της Σοφίας Κούτρα, Φοιτήτριας στη Νομική Σχολής Αθηνών.

«Γίνε ανάδοχος παιδιού τώρα» είναι η έκφραση που κυριαρχεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αν κανείς προβεί σε μία σχετική αναζήτηση στις ιστοσελίδες κυβερνητικών οργανώσεων που έχουν ως βασικό στόχο τόσο τη καταπολέμηση της φτώχειας και των ανισοτήτων ιδίως σε χώρες του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου» όσο και τη προστασία του παιδιού εν γένει, όταν μιλάμε ειδικά για εγχώριους Οργανισμούς.

Πολλοί σίγουρα θα έχουν αναλογιστεί το πόσο κρίσιμη καθίσταται η οποιασδήποτε μορφής οικονομική και κάθε λογής ενίσχυση από μέρους τους, λίγοι όμως γνωρίζουν το ποια είναι ακριβώς η έννοια της αναδοχής (που δεν πρέπει να συγχέεται με τη δωρεά ενός ποσού στις κυβερνητικές αυτές οργανώσεις), τι υποχρεώσεις συνεπάγεται και σε τι ενδεχομένως διαφέρει από την υιοθεσία ενός παιδιού, ώστε να προχωρήσουν τη διαδικασία.

Η αναδοχή ως έννοια προβλέπεται το πρώτον στο άρθρο 1655 ΑΚ και αφορά στην ανάληψη της πραγματικής φροντίδας του ανηλίκου -ενδεχομένως και έγγαμου1- που τελεί υπό γονική μέριμνα ή επιτροπεία από τρίτα πρόσωπα. Σε ανάδοχη οικογένεια μάλιστα, μπορεί να ανατίθεται και η φροντίδα ενηλίκων με ειδικές ανάγκες είτε και ηλικιωμένων βάση ειδικών προγραμμάτων2. Ο ανάδοχος γονέας επομένως, και με βάση τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 1655 ΑΚ είναι αυτός ο οποίος έχει υποχρέωση να φροντίζει για τις καθημερινές ανάγκες διαβίωσης του ανηλίκου και να ενεργεί σύμφωνα με το συμφέρον αυτού. Ειδικότερα, οι ανάδοχοι γονείς είναι υπεύθυνοι για την διευκόλυνση της επικοινωνίας του ανηλίκου είτε με τους φυσικούς του γονείς, είτε με το άτομο που έχει τη θέση του επιτρόπου του ανηλίκου, ενώ παράλληλα οφείλουν να παρέχουν διαρκώς πληροφόρηση στα ανωτέρω πρόσωπα για τις συνθήκες διαβίωσης του ανηλίκου και τη συνολική ανάπτυξη του προσώπου.

Η έννομη σχέση της αναδοχής ωστόσο λειτουργεί παράλληλα με την έννομη σχέση της γονικής μέριμνας ή της επιτροπείας. Το άτομο που αναλαμβάνει το ρόλο του ανάδοχου γονέα αυτομάτως υπεισέρχεται στο ρόλο του νόμιμου αντιπροσώπου όχι του ανηλίκου, αλλά των φυσικών γονέων αυτού. Η εξουσία αντιπροσώπευσης που παρέχεται στον ανάδοχο γονέα εκτείνεται σαφώς στις πράξεις εκείνες που αποτελούν τρέχουσες ανάγκες για τον ανήλικο (λχ. αγορά ειδών ένδυσης και σχολικής γραφής) είτε φέρουν τον χαρακτήρα του κατεπείγοντος (λχ. αγορά φαρμάκων, επίσκεψη σε νοσοκομείο, παροχή συναίνεσης για την επιχείρηση ιατρικής πράξης) και συνδέονται με το πρόσωπο είτε και με τη περιουσία του ανηλίκου. Σε κάθε περίπτωση σημαντικό είναι σε αυτό το σημείο να διευκρινιστεί ότι οι ανάδοχοι γονείς δεν μπορούν να δρουν και να λαμβάνουν αποφάσεις που έρχονται σε αντίθεση με τη βούληση των φυσικών γονέων του παιδιού ή του επιτρόπου εφόσον αυτή έχει εκφρασθεί ρητά, εκτός και αν η δράση των ανάδοχων γονέων αποσκοπεί στο να εξυπηρετηθεί το πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου (ΑΚ 1658). Η δικαιολογητική βάση μιας τέτοιας ρύθμισης έγκειται στο ότι η αναδοχή, ως έννοια αναδυόμενη στα πλαίσια του Οικογενειακού Δικαίου, δεν καταλύει τους συγγενικούς δεσμούς του παιδιού με τους γεννήτορες του, αλλά το παιδί απολαμβάνει προσωρινά την φροντίδα μίας ανάδοχης οικογένειας η οποία όμως θα αναγκαστεί να το αποχωριστεί στη περίπτωση που οι φυσικοί γονείς ξεπεράσουν το πρόβλημα που τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν το τέκνο και είναι σε θέση, κατόπιν φυσικά δικαστικής κρίσης, να επιστρέψουν στα γονικά τους καθήκοντα.

Σε αυτό το σημείο ευδιάκριτη καθίσταται και η διαφοροποίηση της αναδοχής από την έννοια της υιοθεσίας, καθώς όπως διατυπώθηκε και ανωτέρω η αναδοχή δεν αντικαθιστά αλλά αναπληρώνει κατά ένα τρόπο την αδυναμία της φυσικής οικογένειας να μεγαλώσει όπως αρμόζει το τέκνο. Από την άλλη πλευρά, η υιοθεσία αποτελεί νομική πράξη μέσω της οποίας το παιδί που δεν ενδείκνυται να ζει με τη φυσική του οικογένεια καθίσταται μόνιμο μέλος μίας άλλης οικογένειας και επέχει δικαιώματα και υποχρεώσεις τέτοιου είδους σαν να είχε γεννηθεί εντός αυτής. Με άλλα λόγια, στη θετή οικογένεια το υιοθετημένο παιδί απολαμβάνει όλα τα προνόμια και τα δικαιώματα που θα είχε ένα «φυσικό» παιδί, οι δε θετοί γονείς έχουν έναντι αυτού τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις σαν να ήταν φυσικό τους τέκνο.

Ορθό είναι πάντως να σημειωθεί πως και με τους δύο θεσμούς του Οικογενειακού Δικαίου, αναδοχή και υιοθεσία, διασφαλίζεται η προστασία των τέκνων που μεγαλώνουν σε δυσλειτουργικές οικογένειες και σκοπείται η τοποθέτηση αυτών σε μία ομαλότερη και υγιέστερη ανάδοχη ή θετή οικογένεια.

Με τον νόμο 4538/2018 περί αναδοχής και υιοθεσίας θεσπίστηκαν μέτρα προς διευκόλυνση αυτών των διαδικασιών μέσω της δημιουργίας της ψηφιακής πλατφόρμας “anynet”3, και ξεκίνησε μια προσπάθεια επίλυσης ενός προβλήματος που ταλάνιζε την ελληνική κοινωνία επί δεκαετίες, αυτό της γραφειοκρατίας και της ιδιαίτερα αργοκίνητης ολοκλήρωσης των σχετικών διαδικασιών. Κατά το άρθρο 8 του συγκεκριμένου νόμου για να γίνει κανείς ανάδοχος γονέας οφείλει να πληροί μία σειρά από προϋποθέσεις που έχουν τεθεί προς το σκοπό της πληρέστερης και αποτελεσματικότερης προστασίας του τέκνου. Πιο συγκεκριμένα, οι προϋποθέσεις όπως αναφέρονται στη σχετική νομοθεσία είναι συνοπτικά οι εξής:

  • Κατάλληλοι για να γίνουν ανάδοχοι είναι τόσο οικογένειες που αποτελούνται από συζύγους ή έχοντες συνάψει σύμφωνο συμβίωσης -με ή χωρίς παιδιά- όσο και μεμονωμένα άτομα, άγαμα διαζευγμένα ή σε χηρεία – με ή χωρίς παιδιά, που μπορεί να είναι συγγενείς εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού με το ανήλικο τέκνο (καθώς η συγγενική αναδοχή εξυπηρετεί συνήθως καλύτερα το συμφέρον του τέκνου γι’ αυτό και προτιμάται).
  • Οι ανάδοχοι γονείς πρέπει να πληρούν τα όρια ηλικίας σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται για την υοθεσία (δηλ. αυτός που υιοθετεί πρέπει να έχει συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας του και να μην ξεπερνά το 60ο, ενώ πρέπει να είναι και μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον δεκαοκτώ όχι όμως και περισσότερο από πενήντα χρόνια) , ωστόσο ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για τη περίπτωση της συγγενικής αναδοχής.
  • Οι ανάδοχοι γονείς και οι συνοικούντες με αυτούς (πχ φυσικά τέκνα) πρέπει αφενός να βρίσκονται σε άριστη ψυχική και διανοητική κατάσταση αλλά και να μην έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα ή να μην εκκρεμεί εις βάρος τους ποινική δίωξη για αδικήματα που επιφέρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα (όπως είναι ενδεικτικά η κακοποίηση ανηλίκου και η αποπλάνηση παιδιών).
  • Οι ανάδοχοι γονείς πρέπει να είναι οικονομικά ευκατάστατοι σε σημείο που να μην αντιμετωπίζουν πρόβλημα να καλύψουν τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του ανάδοχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους και καταβάλλοντας προσωπική φροντίδα.
  • Τέλος, μία πιο διαδικαστική προϋπόθεση είναι αυτή της εγγραφής των δυνάμει ανάδοχων γονέων στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων.

Όπως γίνεται αντιληπτό, σε αντίθεση τουλάχιστον με το τι ίσχυε παλαιότερα, το σύστημα αναδοχής, ο ρόλος του οποίου είναι καταλυτικός στο κομμάτι της αποιδρυματοποίησης , έχει απλοποιηθεί σημαντικά και έχει καταστεί περισσότερο αποτελεσματικός.

Είναι επομένως ευκαιρία, περισσότερο από ποτέ, η ανάγκη για προσφορά καθενός από εμάς να λάβει σάρκα και οστά είτε με τη μορφή μίας δωρεάς σε κυβερνητικές οργανώσεις είτε με τη μορφή της αναδοχής ανηλίκου, ως πράξης αλτρουισμού και γενναιοδωρίας, που δεν έχει παρά να προσφέρει σε ένα παιδί στοργή, φροντίδα, αγάπη και ερεθίσματα που κάθε παιδί δικαιούτο να εισπράξει, χωρίς μάλιστα να διακόπτονται εντελώς οι σχέσεις με τη φυσική του οικογένεια, όπως θα συνέβαινε στη περίπτωση θετού τέκνου και οικογένειας.

  • 1. Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, σελ. 593 επ., εκδόσεις Σάκκουλα 2017
  • 2. Άρθρο 9 παρ.3 ν.2082/1992
  • 3. https://www.anynet.gr/
Βασικά Στοιχεία Εμπορικού Δικαίου

ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΔΙΚΑΙΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Lex & Forum

Lex & Forum

send