logo-print

Ο εθνικός νομοθέτης καθορίζει την δικαιοδοσία δικαστηρίου σε διαφορές που αφορούν αναγκαστική εκτέλεση πράξεων της Κομισιόν

Υπόθεση ελληνικού ενδιαφέροντος από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δήμος Ζαγορίου)

10/11/2017

20/11/2017

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με την απόφαση της 9ης-11-2017, σε υπόθεση ελληνικού ενδιαφέροντος, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο καθορισμός του εθνικού δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία σε διαφορές που άπτονται της αναγκαστικής εκτελέσεως πράξεων της Επιτροπής οι οποίες επιβάλλουν, σε βάρος προσώπων εκτός των κρατών μελών, χρηματική υποχρέωση και οι οποίες αποτελούν εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με το άρθρο 299 ΣΛΕΕ, απόκειται στο εθνικό δίκαιο δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, υπό την επιφύλαξη ότι ο εν λόγω καθορισμός δεν θίγει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, καθώς και την αρχή της ισοδυναμίας.

Όπως επιπλέον επισημαίνει το ΔΕΕ, ο καθορισμός του προσώπου που υπέχει χρηματική υποχρέωση βάσει απόφασης της Επιτροπής η οποία ορίζει την ανάκτηση ενισχύσεως που έχει χορηγηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) σε περίπτωση κατά την οποία έχει παύσει να υφίσταται το πρόσωπο το οποίο αρχικά αφορούσε η απόφαση, γίνεται από τον εθνικό δικαστή, ελλείψει σχετικών κανόνων του δικαίου της Ένωσης, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.

Ιστορικό της υπόθεσης

Με την απόφαση C (2006) 4798, της 4ης Οκτωβρίου 2006, η οποία αποτελεί εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με το άρθρο 299 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή καθόρισε σε 284 739,20 ευρώ το ποσό το οποίο της όφειλε η Δημοτική Επιχείρηση Τουριστικής Ανάπτυξης της Κοινότητας Αρίστης Ζαγορίου Ιωαννίνων (Ελλάδα).

Η απόφαση αυτή είχε ως αντικείμενο την ανάκτηση ενισχύσεως που είχε χορηγηθεί στη δεύτερη από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) το 1993 κατ΄ εφαρμογή των κανονισμών (ΕΟΚ) 2052/88 του Συμβουλίου για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους, καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων, (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους, καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων και (ΕΟΚ) 4256/88 του Συμβουλίου για διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88 σχετικά με το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Προσανατολισμού.

Δεδομένου ότι η δημοτική επιχείρηση αυτή τέθηκε υπό καθεστώς εκκαθάρισης, η Επιτροπή κοινοποίησε στον Δήμο Κεντρικού Ζαγορίου (Ελλάδα), ο οποίος είχε εν τω μεταξύ καταστεί καθολικός διάδοχος της Κοινότητας Αρίστης Ζαγορίου Ιωαννίνων και, ως εκ τούτου, είχε υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, επιταγή προς πληρωμή της 31ης Αυγούστου 2008 και ακολούθως, με κατασχετήριο της 7ης Οκτωβρίου 2008, το οποίο επιδόθηκε στον Δήμο Κεντρικού Ζαγορίου στις 15 Οκτωβρίου 2008, προέβη σε κατάσχεση εις χείρας τραπεζικού ιδρύματος ποσού ύψους 322 213,54 ευρώ από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του Δήμου Κεντρικού Ζαγορίου. Το τραπεζικό ίδρυμα αυτό, σε εκτέλεση του κατασχετηρίου, κατέβαλε το σύνολο του εν λόγω χρηματικού ποσού στην Επιτροπή.

Στις 23 Οκτωβρίου 2008 ο Δήμος Κεντρικού Ζαγορίου, για τον οποίο ο Δήμος Ζαγορίου συνεχίζει την κύρια δίκη αυτοδικαίως ως καθολικός διάδοχός του, άσκησε ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ελλάδα) κατά της επιταγής προς πληρωμή που του είχε κοινοποιηθεί βάσει της αποφάσεως αυτής της Επιτροπής, ζητώντας επίσης, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, την ακύρωση του κατασχετηρίου.

Προς στήριξη των αιτημάτων του, ο ανακόπτων Δήμος προέβαλε, αφενός, ότι στερούνταν παθητικής νομιμοποιήσεως και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο τέτοιου μέτρου αναγκαστικής εκτελέσεως και, αφετέρου, ότι το επίμαχο ποσό αφορούσε ακατάσχετα έσοδα.

Με απόφαση της 14ης Μαΐου 2013, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της διαφοράς λόγω του ιδιωτικού χαρακτήρα της, δέχθηκε εν μέρει τα αιτήματα του ανακόπτοντος και ακύρωσε το εν λόγω κατασχετήριο, για τον λόγο ότι ο Δήμος Κεντρικού Ζαγορίου στερούνταν παθητικής νομιμοποιήσεως.

Η Επιτροπή άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου (Μονομελές Εφετείο Αθηνών, Ελλάδα), υποστηρίζοντας, ιδίως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε πεπλανημένα το δίκαιο της Ένωσης. Το θεσμικό όργανο φρονεί κατ’ ουσίαν ότι το εν λόγω πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της διαφοράς της κύριας δίκης, καθόσον η διαφορά αυτή, ως έχουσα διοικητικό χαρακτήρα, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να επισπευσθεί κατά του Δήμου Ζαγορίου.

Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει, αφ’ ενός, εάν το άρθρο 299 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι βάσει του άρθρου αυτού καθορίζεται η επιλογή των εθνικών δικαστηρίων που έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν ενδίκων βοηθημάτων απτομένων της αναγκαστικής εκτελέσεως πράξεων της Επιτροπής οι οποίες επιβάλλουν, σε βάρος προσώπων εκτός των κρατών μελών, χρηματική υποχρέωση και οι οποίες αποτελούν εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο. Αφ’ ετέρου, ζητεί να διευκρινισθεί εάν το άρθρο 299 ΣΛΕΕ και οι ως άνω κανονισμοί έχουν την έννοια ότι καθορίζουν, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα πρόσωπα σε βάρος των οποίων δύναται να επισπευσθεί η αναγκαστική εκτέλεση βάσει αποφάσεως της Επιτροπής περί επιστροφής των καταβληθέντων ποσών η οποία αποτελεί εκτελεστό τίτλο.

Απόφαση του Δικαστηρίου

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο κατ’ αρχάς συμπεραίνει ότι τόσο από το γράμμα όσο και από τη δομή του άρθρου 299 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι το άρθρο αυτό δεν περιέχει ρητή διάταξη που να καθορίζει, στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, την επιλογή των εθνικών δικαστηρίων που έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν διαφορών που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση πράξεων της Επιτροπής με τις οποίες επιβάλλεται χρηματική υποχρέωση και οι οποίες αποτελούν εκτελεστό τίτλο.

Το Δικαστήριο συνάγει εξ αυτού ότι απόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, βάσει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας του, να προβαίνει στον καθορισμό αυτό και να ρυθμίζει τους δικονομικούς κανόνες που αφορούν ένδικα βοηθήματα αποσκοπούντα στη διασφάλιση των δικαιωμάτων που παρέχονται στους πολίτες βάσει του δικαίου της Ένωσης.

Το Δικαστήριο, ωστόσο, υπενθυμίζει, αφενός, ότι κατά πάγια νομολογία του, η εφαρμογή του εθνικού δικαίου δεν πρέπει να θίγει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, κάτι το οποίο θα συνέβαινε αν η εφαρμογή αυτή καθιστούσε πρακτικώς αδύνατη την ανάκτηση πόρων που χορηγήθηκαν αντικανονικά. Αφετέρου, ότι το εθνικό δίκαιο πρέπει επίσης να εφαρμόζεται κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις σε σχέση με διαδικασίες που αποσκοπούν στην επίλυση ομοειδών διαφορών εσωτερικού χαρακτήρα, τα δε εθνικά δικαστήρια πρέπει να ενεργούν εν προκειμένω με την ίδια επιμέλεια και κατά τρόπο που να μην καθιστά την ανάκτηση των οικείων ποσών δυσχερέστερη απ’ ό,τι σε παρεμφερείς περιπτώσεις που αφορούν την εφαρμογή αντίστοιχων εθνικών διατάξεων.

Εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο συνάγει πως τα ένδικα βοηθήματα που άπτονται της αναγκαστικής εκτελέσεως των πράξεων εθνικής δημόσιας αρχής και τα ένδικα βοηθήματα που άπτονται της αναγκαστικής εκτελέσεως πράξεως θεσμικού οργάνου της Ένωσης, κατά το άρθρο 299 ΣΛΕΕ, πρέπει να τυγχάνουν της ιδίας αντιμετωπίσεως.

Επιπλέον, σύμφωνα με το Δικαστήριο, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάζει αν οι δικονομικοί κανόνες που έχουν εφαρμογή επί των ενδίκων βοηθημάτων τα οποία άπτονται της αναγκαστικής εκτελέσεως πράξεως διαλαμβανομένης στο άρθρο 299 ΣΛΕΕ είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που έχουν εφαρμογή επί των ενδίκων βοηθημάτων που άπτονται της αναγκαστικής εκτελέσεως πράξεως εθνικής δημόσιας αρχής. Επομένως, το δίκαιο της Ένωσης θα παραβιαζόταν αν η εφαρμογή διαφορετικών κανόνων επί παρόμοιων διαφορών είχε ως αποτέλεσμα τη λιγότερο ευνοϊκή αντιμετώπιση των ενδίκων βοηθημάτων που άπτονται της αναγκαστικής εκτελέσεως πράξεως διαλαμβανομένης στο άρθρο 299 ΣΛΕΕ.

Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν υφίσταται ενδεχομένως παραβίαση, εν προκειμένω, της αρχής της ισοδυναμίας.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι το άρθρο 299 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι βάσει του άρθρου αυτού δεν καθορίζεται η επιλογή των εθνικών δικαστηρίων που έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν ενδίκων βοηθημάτων απτομένων της αναγκαστικής εκτελέσεως πράξεων της Επιτροπής οι οποίες επιβάλλουν, σε βάρος προσώπων εκτός των κρατών μελών, χρηματική υποχρέωση που αποτελεί εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, δεδομένου ότι ο καθορισμός αυτός απόκειται στο εθνικό δίκαιο δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, υπό την επιφύλαξη ότι ο εν λόγω καθορισμός δεν θίγει την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης.

Το Δικαστήριο καταλήγει ακόμα πως απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει αν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες εφαρμόζονται επί των ενδίκων βοηθημάτων που άπτονται της αναγκαστικής εκτελέσεως των διαλαμβανομένων στο άρθρο 299 πράξεων κατά τρόπο μη ενέχοντα διακρίσεις σε σχέση με τις διαδικασίες για την επίλυση των ομοειδών διαφορών εσωτερικού χαρακτήρα και υπό όρους που δεν καθιστούν την ανάκτηση των σχετικών με τις πράξεις αυτές ποσών δυσχερέστερη από ό,τι σε παρεμφερείς περιπτώσεις που αφορούν την εφαρμογή αντίστοιχων εθνικών διατάξεων.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο παρατηρεί πως οι διατάξεις του άρθρου 299 ΣΛΕΕ ρυθμίζουν τους όρους της αναγκαστικής εκτελέσεως και δεν καθορίζουν το πρόσωπο το οποίο δύναται να αφορά η εκτέλεση αυτή.

Ακολούθως, το Δικαστήριο εκτιμά πως ελλείψει κανόνων του δικαίου της Ένωσης που θα καθορίζουν ειδικώς τα εν λόγω πρόσωπα και θα καθιστούν δυνατό να καθορίζεται, μεταξύ άλλων, αν δύναται να επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος προσώπου διαφορετικού από τον αποδέκτη της αποφάσεως της Επιτροπής, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους απόκειται να καθορίζει τα πρόσωπα σε βάρος των οποίων δύναται να επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, υπό την προϋπόθεση, πάντως, οι εθνικοί κανόνες να μην είναι δυσμενέστεροι εκείνων που διέπουν παρεμφερείς περιπτώσεις εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) και να μην καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται βάσει του δικαίου της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας).

Έτσι, το Δικαστήριο υπογραμμίζει πως, με βάση τα προεκτεθέντα, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να καθορίσει τα ως άνω πρόσωπα, σε περίπτωση κατά την οποία έχει παύσει να υφίσταται το πρόσωπο το οποίο αφορούσε απόφαση επιβάλλουσα, σε βάρος του, χρηματική υποχρέωση.

Καταλήγοντας, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι το άρθρο 299 ΣΛΕΕ και οι ως άνω κανονισμοί έχουν την έννοια ότι δεν καθορίζουν, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα πρόσωπα σε βάρος των οποίων δύναται να επισπευσθεί η αναγκαστική εκτέλεση βάσει αποφάσεως της Επιτροπής περί επιστροφής των καταβληθέντων ποσών η οποία αποτελεί εκτελεστό τίτλο. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να καθορίσει τα πρόσωπα αυτά, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.

Γίνεται υπόμνηση ότι η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

[

Σύνδεση στο Lawspot

Enter your e-mail address or username.
Enter the password that accompanies your e-mail.
Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
logo

Δεν έχετε λογαριασμό;

Μπορείτε να εγγραφείτε στο Lawspot ανεξαρτήτως ιδιότητας, ως δικηγόρος, συμβολαιογράφος ή και απλός χρήστης, συμπληρώνοντας τη σχετική φόρμα εδώ.

Αν είστε δικηγόρος, με την εγγραφή σας στο Lawspot.gr κερδίζετε σημαντικά οφέλη. Δείτε αναλυτικές πληροφορίες εδώ.