logo-print

Ο ρόλος των Γενικών Εισαγγελέων στο Δικαστήριο της ΕΕ

Μια σύνοψη της ιστορίας, του ρόλου και των καθηκόντων των Γενικών Εισαγγελέων στα δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης

19/02/2024

08/03/2024

Το εφαρμοστέο δίκαιο ως προς τις έννομες συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων - Μελέτες ΕΡΜΕΚ Νο 11
H ένωση δικαίου

ΙΩΑΝΝΗ ΣΑΡΜΑΣ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Περίληψη

Ο θεσμός του Γενικού Εισαγγελέα εισήχθη στη Συνθήκη της Ρώμης υπό την επιρροή της γαλλικής αντιπροσωπείας κατά την προετοιμασία της Συνθήκης. Οι Γάλλοι αντιτάχθηκαν σθεναρά στο να επιτραπεί σε μεμονωμένους δικαστές να διατυπώνουν γνώμες μειοψηφίας και πρότειναν, αντ' αυτού, αυτό να γίνεται από έναν Γενικό Εισαγγελέα, έναν ρόλο κατά το πρότυπο του γαλλικού commissaire du gouvernement, ο οποίος προσφέρει νομικές συμβουλές στο Conseil d'État κατά την εκδίκαση των υποθέσεών του.

Αρχικά, υπήρχαν δύο γενικοί εισαγγελείς - ένας Γάλλος και ένας Γερμανός. Με την πάροδο του χρόνου, ο αριθμός αυτός αυξήθηκε και ορισμένες θέσεις γενικών εισαγγελέων ανατέθηκαν μόνιμα στα μεγαλύτερα κράτη μέλη, ενώ οι υπόλοιπες εναλλάσσονταν μεταξύ των μικρότερων χωρών. Σήμερα, υπάρχουν 11 γενικοί εισαγγελείς, με 5 εξ αυτών να προέρχονται μόνιμα από τα μεγαλύτερα κράτη μέλη. Οι γενικοί εισαγγελείς είναι μέλη του Δικαστηρίου της ΕΕ και διορίζονται με την ίδια διαδικασία όπως οι δικαστές. Απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια με τους δικαστές (ασυλία) και δεν μπορούν να παυθούν από τα καθήκοντά τους πριν από τη λήξη της εξαετούς θητείας τους. Μπορούν να επανεκλεγούν. Ωστόσο, σε αντίθεση με τους δικαστές, έχουν μόνο συμβουλευτικό ρόλο και δεν συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων επί των υποθέσεων.

Κατ' αρχήν, η γνώμη ενός Γενικού Εισαγγελέα ζητείται σε κάθε υπόθεση που εκδικάζεται από το Δικαστήριο, εκτός εάν το τελευταίο αποφασίσει ότι δεν υφίσταται νέο νομικό ζήτημα. Αυτό συμβαίνει περίπου στο 30% των υποθέσεων κάθε χρόνο. Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο έχει την εξουσία να διορίζει ad hoc Γενικούς Εισαγγελείς, δεν το κάνει πλέον στην πράξη.

Σε αντίθεση με τους δικαστές του Δικαστηρίου, οι γνώμες των οποίων συντάσσονται σε επίσημη και λιτή γλώσσα που χρησιμοποιεί τυποποιημένες φράσεις και διατυπώσεις που συχνά προέρχονται από προηγούμενες αποφάσεις, οι γενικοί εισαγγελείς μπορούν να επιλέξουν το δικό τους ύφος. Και πάλι, σε αντίθεση με τους δικαστές του Δικαστηρίου, οι γενικοί εισαγγελείς εξετάζουν και εναλλακτικές ερμηνευτικές λύσεις και τις διάφορες επιλογές για την απόφαση σε μια υπόθεση, προτού προτείνουν τη δική τους λύση.

Ελλείψει μειοψηφούσας γνώμης από τους δικαστές του Δικαστηρίου, οι προτάσεις των γενικών εισαγγελέων διαδραματίζουν επομένως σημαντικό ρόλο και μνημονεύονται σε επόμενες υποθέσεις.

Ιστορικό

Ο θεσμός του Γενικού Εισαγγελέα - άγνωστος σε πολλά νομικά συστήματα1 - έχει ως πρότυπο το γαλλικό νομικό σύστημα, όπου ο Επίτροπος της Κυβέρνησης (commissaire du gouvernement) συμβουλεύει το γαλλικό Conseil d'État (ανώτατο διοικητικό δικαστήριο) πριν αυτό λάβει απόφαση για μια εκκρεμή υπόθεση2. Εισήχθη κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της Συνθήκης της Ρώμης, με ρητή πρωτοβουλία της γαλλικής αντιπροσωπείας, η οποία αντιτάχθηκε σθεναρά στην αποδοχή γνωμών μειοψηφίας στο Δικαστήριο3. Όπως σημείωσε ο πρώτος γενικός εισαγγελέας, Maurice Lagrange, η εισαγωγή του ρόλου αυτού έδινε μια δυνατότητα για τους δικαστές να παρουσιάσουν τις προσωπικές τους απόψεις για μια υπόθεση.

Συναφώς, το άρθρο 252 ΣΛΕΕ ορίζει ότι ο γενικός εισαγγελέας οφείλει να ενεργεί «με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία» και να «διατυπώνει δημόσια» «αιτιολογημένες προτάσεις» επί υποθέσεων που απαιτούν την παρέμβασή του. Σε αντίθεση με τους δικαστές, οι γενικοί εισαγγελείς δεν εκδίδουν δεσμευτικές αποφάσεις, αλλά καλούνται να εκθέσουν τις απόψεις τους επί των υποθέσεων, συμβουλεύοντας το Δικαστήριο για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αποφασίσει επί αυτών. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τις γνώμες των γενικών εισαγγελέων, αν και συνήθως θεωρούνται ως ασκούσες επιρροή.

Ο αριθμός των Γενικών Εισαγγελέων

Αρχικά, στο πλαίσιο της Συνθήκης της Ρώμης, υπήρχαν μόνο δύο γενικοί εισαγγελείς - ένας από τη Γαλλία (Maurice Lagrange) και ένας από τη Γερμανία (Karl Roemer) .

Μετά την πρώτη διεύρυνση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1972), ο αριθμός των γενικών εισαγγελέων αυξήθηκε σε τέσσερις. Ωστόσο, μόνο τα μεγάλα κράτη μέλη - η Γαλλία, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) και η Ιταλία – είχαν το δικαίωμα να έχουν γενικούς εισαγγελείς. Μόλις το 1981 - κατά τη δεύτερη διεύρυνση, όταν προσχώρησε η Ελλάδα - προστέθηκε μια πέμπτη θέση γενικού εισαγγελέα, στην οποία διορίστηκε ένας Ολλανδός. Η θέση αυτή επρόκειτο να εναλλάσσεται μεταξύ των μικρότερων κρατών μελών. Μετά την τρίτη διεύρυνση, το 1986, δημιουργήθηκε μια έκτη θέση γενικού εισαγγελέα για την Ισπανία.

Το 1995 αποφασίστηκε να αυξηθεί μόνιμα ο αριθμός των γενικών εισαγγελέων σε οκτώ και προσωρινά (1.1.1995 - 6.10.2000) - σε εννέα. Πέντε μεγαλύτερα κράτη μέλη (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ισπανία) θα συνέχιζαν να έχουν μόνιμους γενικούς εισαγγελείς, ενώ οι υπόλοιπες θέσεις θα εναλλάσσονταν μεταξύ των άλλων κρατών μελών4.

Σύμφωνα με το άρθρο 252 παρ.1 1 ΣΛΕΕ, ο ελάχιστος αριθμός των γενικών εισαγγελέων ορίζεται σε οκτώ. Ωστόσο, κατόπιν αιτήματος του ΔΕΕ, το Συμβούλιο της ΕΕ, αποφασίζοντας ομόφωνα, μπορεί να αυξήσει τον αριθμό αυτό, όπως έγινε το 2013. Εξάλλου, για μια περίοδο πέντε ετών στο παρελθόν, όπως προαναφέρθηκε, ο αριθμός των γενικών εισαγγελέων είχε οριστεί σε εννέα.

Στη διακυβερνητική διάσκεψη της Λισαβόνας το 2007, οι εκπρόσωποι των κρατών μελών αποφάσισαν κατ' αρχήν να αυξήσουν τον αριθμό των γενικών εισαγγελέων σε 11 και να επιτρέψουν σε έξι χώρες να έχουν μόνιμο γενικό εισαγγελέα (προσθέτοντας την Πολωνία στον προαναφερθέντα κατάλογο), αν και η απόφαση αυτή ελήφθη επισήμως μόλις το 2013, κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου5. Σήμερα και μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ αλλά και την ανεπιτυχή δικαστική επιδίωξη της τελευταίας Γενικής Εισαγγελέως της χώρας Eleanor Sharpston να παραμείνει στα καθήκοντά της και στη μετά-Brexit εποχή, στο ΔΕΕ υπηρετούν δέκα γενικοί εισαγγελείς, ένας εκ των οποίων ο Αθανάσιος Ράντος, ο οποίος και αντικατέστησε τη βρετανίδα ομόλογό του.

Διορισμός

Η διαδικασία διορισμού των γενικών εισαγγελέων προβλέπεται στο άρθρο 253 ΣΛΕΕ, το οποίο θέτει τους ίδιους κανόνες για δικαστές και γενικούς εισαγγελείς. Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου, οι δικαστές και γενικοί εισαγγελείς "επιλέγονται μεταξύ προσωπικοτήτων που παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας και συγκεντρώνουν στις χώρες τους τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τον διορισμό στα ανώτατα δικαστικά αξιώματα ή είναι νομικοί αναγνωρισμένου κύρους". Περαιτέρω, στην ίδια παράγραφο ορίζεται ότι οι γενικοί εισαγγελείς «διορίζονται με κοινή συμφωνία από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών για περίοδο έξι ετών, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή του άρθρου 255».

Το άρθρο προβλέπει επίσης τη μερική ανανέωση των δικαστών και των γενικών εισαγγελέων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αποχωρούντες γενικοί εισαγγελείς μπορούν να διοριστούν εκ νέου μετά τη λήξη της θητείας τους.

Ο ρόλος της επιτροπής του άρθρου 255

Την 1η Μαρτίου 2010, άρχισε να λειτουργεί μια επιτροπή, η οποία συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 255 ΣΛΕΕ (η "επιτροπή του άρθρου 255"), με κύριο καθήκον να γνωμοδοτεί σχετικά με την επάρκεια των υποψηφίων για την άσκηση των καθηκόντων δικαστή ή γενικού εισαγγελέα του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου, πριν από τη διενέργεια των διορισμών από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών. Η επιτροπή αυτή αποτελείται από επτά προσωπικότητες που επιλέγονται μεταξύ των πρώην μελών του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου, των μελών των εθνικών ανώτατων δικαστηρίων και νομομαθών αναγνωρισμένου κύρους, ένας εκ των οποίων προτείνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η θητεία όλων των μελών της επιτροπής είναι τετραετής. Το Συμβούλιο της ΕΕ εκδίδει απόφαση για τον καθορισμό των κανόνων λειτουργίας της επιτροπής και απόφαση για τον διορισμό των μελών της.

Ο Πρώτος Γενικός Εισαγγελέας

Κάθε χρόνο, το ΔΕΕ ορίζει έναν εκ των Γενικών Εισαγγελέων ως Πρώτο Γενικό Εισαγγελέα για θητεία ενός έτους (άρθρο 14 παράγραφος 1 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου). Η επιλογή γίνεται από το Δικαστήριο μετά από ακρόαση όλων των Γενικών Εισαγγελέων. Καθήκον του πρώτου γενικού εισαγγελέα - από το 1979 - είναι να αναθέτει υποθέσεις στον κάθε γενικό εισαγγελέα, ένα καθήκον το οποίο ως τότε ασκούσε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου. Ο Πρώτος Γενικός Εισαγγελέας έχει επίσης ειδικές εξουσίες στη διαδικασία επανεξέτασης. Τη θέση αυτή καταλαμβάνει από τον Οκτώβριο του 2018 ο Πολωνός  Καθηγητής Maciej Szpunar.

Καθήκοντα και αρμοδιότητες του γενικού εισαγγελέα

Αμεροληψία και ανεξαρτησία

Σύμφωνα με το άρθρο 252, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το καθήκον του γενικού εισαγγελέα συνίσταται στο να "διατυπώνει δημοσία, με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία, αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων οι οποίες, σύμφωνα με τον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτούν την παρέμβασή του.".

Το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο, σε αντίθεση με τα εθνικά δικαστήρια, διατυπώνουν πάντοτε μία και μόνη per curiam γνώμη για κάθε υπόθεση. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν μειοψηφούσες γνώμες στις οποίες οι δικαστές θα μπορούσαν ξεχωριστά να εκφράσουν την άποψή τους για το πώς θα έπρεπε να έχει κριθεί η υπόθεση6. Για την ακρίβεια, δεν επιτρέπεται καν να εκφράσουν τη διαφωνία τους με το τελικό αποτέλεσμα, και κάθε απόφαση υπογράφεται από όλους τους δικαστές, ενώ όλες οι συζητήσεις παραμένουν περιορισμένες στα τμήματα και υπόκεινται στο δικαστικό απόρρητο.

Ένας σημαντικός λόγος για αυτό είναι ότι οι γενικοί εισαγγελείς δεν περιορίζονται από το λιτό, επίσημο ύφος των δικαστηρίων της ΕΕ, το οποίο - όπως σχολίασε κάποτε η γενική εισαγγελέας Sharpston - αναγκάζει τον δικαστή που συντάσσει τη γνώμη να χρησιμοποιεί έτοιμα στοιχεία από προηγούμενες αποφάσεις.

Έκδοση Προτάσεων

Η διατύπωση προτάσεων από τον γενικό εισαγγελέα δεν είναι υποχρεωτική. Το άρθρο 20 παρ. 5 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι «Το Δικαστήριο, όταν κρίνει ότι η υπόθεση δεν εγείρει κανένα νέο νομικό ζήτημα και μετά την ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, δύναται να αποφασίσει ότι η υπόθεση θα εκδικασθεί χωρίς προτάσεις του γενικού εισαγγελέα». Έχει υπολογιστεί ότι η γνώμη του γενικού εισαγγελέα δεν ζητείται στο 30% περίπου των υποθέσεων, πράγμα που σημαίνει ότι στο 70% των υποθέσεων παραδίδεται γνώμη.

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το καθήκον ανάθεσης υποθέσεων στους γενικούς εισαγγελείς ανήκει στον Πρώτο Γενικό Εισαγγελέα (άρθρο 16 Κανονισμού Διαδικασίας Δικαστηρίου). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο γενικός εισαγγελέας μπορεί να οριστεί ακόμη και αν δεν υπάρχει ακόμη εισηγητής δικαστής για μια συγκεκριμένη υπόθεση.

Οι λεπτομέρειες σχετικά με την παράδοση των προτάσεων των γενικών εισαγγελέων ρυθμίζονται στο άρθρο 82 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η παράγραφος 1 του άρθρου ορίζει ότι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα πρέπει να αναπτύσσονται μετά τη λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, ενώ μετά την ανάπτυξή τους «ο πρόεδρος κηρύσσει τη λήξη της προφορικής διαδικασίας».

Όπως επισημαίνει ο Wägenbaur, ο γενικός εισαγγελέας παρουσιάζει τις προτάσεις του συνήθως 3-4 μήνες μετά την προφορική διαδικασία, "αλλά σε πολύπλοκες υποθέσεις αυτό μπορεί να διαρκέσει πολύ περισσότερο". Στην πράξη, ο γενικός εισαγγελέας διαβάζει μόνο το διατακτικό των προτάσεων, δηλαδή τα συμπεράσματά του. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το κείμενο των προτάσεων είναι, σε αυτό το στάδιο, ήδη γνωστό στους δικαστές και τους διαδίκους, δεδομένου ότι διαβιβάζεται στον γραμματέα του ΔΕΕ και δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο του ΔΕΕ. Παρόλα αυτά, η μετάφραση σε όλες τις επίσημες γλώσσες μπορεί να χρειαστεί λίγο περισσότερο χρόνο. Οι διάδικοι δεν μπορούν να σχολιάσουν τις προτάσεις, αλλά μπορούν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να υποβάλουν αίτημα για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας (άρθρο 83 Κανονισμού Διαδικασίας Δικαστηρίου) με βάση το περιεχόμενο των προτάσεων. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, στην υπόθεση C-331/05 P Internationaler Hilfsfonds (βλ. σκέψεις 16-18). Ωστόσο, στην πράξη, οι αιτήσεις επανάληψης της προφορικής διαδικασίας σπάνια γίνονται δεκτές.

Η γλώσσα των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα επιλέγεται ελεύθερα από τον ίδιο μεταξύ των επίσημων γλωσσών της ΕΕ (άρθρο 38 Κανονισμού Διαδικασίας Δικαστηρίου). Αυτό σημαίνει ότι οι προτάσεις είναι συνήθως είτε στη μητρική τους γλώσσα, είτε σε γλώσσα που γνωρίζουν καλά (για παράδειγμα η Γ.Ε. Trstenjak, παρά το γεγονός ότι είναι Σλοβένα, διατύπωνε τις προτάσεις της στα γερμανικά), και συχνά δεν είναι η γλώσσα της υπόθεσης. Επιπλέον, το άρθρο 39 του Κανονισμού Διαδικασίας Δικαστηρίου προβλέπει ότι κάθε γενικός εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει τη μετάφραση σε γλώσσα της επιλογής του "των προφορικώς ή γραπτώς αναπτυχθέντων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου».

Η ισχύς των Προτάσεων

Όπως επισημαίνουν οι Lenaerts, Maselis και Gutman, "οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν είναι δεσμευτικές για το Δικαστήριο. Έχουν χαρακτήρα γνωμοδοτικό και στην ουσία συνιστούν τον τρόπο με τον οποίο ο γενικός εισαγγελέας προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί για τη συγκεκριμένη υπόθεση που βρίσκεται ενώπιόν του"7​. Επιπλέον, ο Τάκης Τριδήμας παρατηρεί: "Η παραδοσιακή πρακτική του Δικαστηρίου ... ήταν να μην αναφέρεται στην απόφαση στις απόψεις του γενικού εισαγγελέα. Τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η αντίθετη πρακτική και οι αποφάσεις αναφέρονται ρητά στις προτάσεις του. Οι αναφορές γίνονται μόνο σε σχέση με θέματα στα οποία το Δικαστήριο ακολουθεί τη γνώμη και συνήθως υποδηλώνουν πλήρη αποδοχή της συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας του γενικού εισαγγελέα".

Παρ' όλα αυτά, το Δικαστήριο συνήθως αναφέρεται στις προτάσεις (ακόμη και αν διαφωνεί με αυτές), οι οποίες δημοσιεύονται - πριν από την έκδοση της απόφασης - στη Συλλογή της Νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Μια από τις πιο γνωστές υποθέσεις διαφωνίας μεταξύ του γενικού εισαγγελέα και του Δικαστηρίου ήταν η υπόθεση C-50/00 (UPA κατά Συμβουλίου), η οποία αφορούσε την ερμηνεία των κανόνων σχετικά με τη δυνατότητα των ιδιωτών να προσβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου πράξεις της ΕΕ που δεν απευθύνονται σε αυτούς. Ο γενικός εισαγγελέας, Francis Jacobs, υποστήριξε πως το Δικαστήριο πρέπει να αποκλίνει από τη νομολογία του και να επιτρέψει την ευρεία πρόσβαση των εταιρειών στο Δικαστήριο, αλλά το Δικαστήριο αποφάσισε να διατηρήσει την προηγούμενη νομολογία του επί του θέματος.

Διαδικασία επανεξέτασης

Το άρθρο 62 του Οργανισμού του ΔΕΕ προβλέπει ειδική διαδικασία επανεξέτασης που μπορεί να ενεργοποιηθεί από τον Πρώτο Γενικό Εισαγγελέα. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται σε αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου που μπορούν να επανεξεταστούν από το ΔΕΕ, εάν ο πρώτος γενικός εισαγγελέας κρίνει ότι «υφίσταται σοβαρός κίνδυνος να θιγεί η ενότητα ή η συνοχή του δικαίου της Ένωσης». Η πρόταση του Πρώτου Γενικού Εισαγγελέα πρέπει να υποβληθεί εντός ενός μηνός από την έκδοση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου. Εάν ο Πρώτος Γενικός Εισαγγελέας προτείνει την ενεργοποίηση της διαδικασίας επανεξέτασης, το ΔΕΕ έχει προθεσμία ενός μηνός για να αποφασίσει εάν συντρέχει λόγος επανεξέτασης. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2019, η διαδικασία επανεξέτασης είχε ενεργοποιηθεί σε συνολικά 16 υποθέσεις. Η επανεξέταση έγινε δεκτή σε 8 από αυτές και απορρίφθηκε στις άλλες 8.

Το νομικό καθεστώς του γενικού εισαγγελέα

Το νομικό καθεστώς των Γενικών Εισαγγελέων είναι, από πολλές απόψεις, ταυτόσημο με το καθεστώς των δικαστών, παρά τα διαφορετικά καθήκοντά τους. Συγκεκριμένα, το άρθρο 8 του Οργανισμού του ΔΕΕ ορίζει ότι οι διατάξεις που αφορούν το καθεστώς των δικαστών σύμφωνα με τα άρθρα 2-7 του εν λόγω Οργανισμού ισχύουν και για τους γενικούς εισαγγελείς. Αυτό περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τον όρκο (άρθρο 2), την ετεροδικία (άρθρο 3), το ασυμβίβαστο, δηλαδή την απαγόρευση κατοχής οποιουδήποτε άλλου αξιώματος εκτός αν το επιτρέψει το Συμβούλιο (άρθρο 4), το αμετάθετο από το αξίωμα μέχρι τη λήξη της θητείας (άρθρο 5), την πειθαρχική έκπτωση από το αξίωμα (άρθρο 6) και αντικατάσταση όσων τα καθήκοντα λήγουν πριν τη λήξη της θητείας τους (άρθρο 7). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Οργανισμού του ΔΕΕ, οι δικαστές, οι γενικοί εισαγγελείς και ο γραμματέας υποχρεούνται να διαμένουν στον τόπο όπου έχει την έδρα του το Δικαστήριο, δηλαδή στο Λουξεμβούργο.

Γενικός εισαγγελέας ad hoc στο Γενικό Δικαστήριο

Σε αντίθεση με το Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο δεν διαθέτει μόνιμους Γενικούς Εισαγγελείς, ούτε μπορεί να τους "δανειστεί" από το ΔΕΕ. Ωστόσο, το άρθρο 49 του Οργανισμού του ΔΕΕ επιτρέπει οι Δικαστές του Γενικού Δικαστηρίου να διορίζονται ως ad hoc γενικοί εισαγγελείς για συγκεκριμένες υποθέσεις. Ο δικαστής που ενεργεί ως ad hoc γενικός εισαγγελέας δεν μπορεί στη συνέχεια να συμμετάσχει στην εκδίκαση της υπόθεσης. Επιπλέον, το άρθρο 2 παρ.2 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου προβλέπει ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου δεν μπορεί να εκτελεί χρέη ad hoc Γενικού Εισαγγελέα. Στην πράξη, η δυνατότητα διορισμού ad hoc Γενικών Εισαγγελέων χρησιμοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, για παράδειγμα στην υπόθεση T-1/89 (Rhône-Poulenc κατά Επιτροπής). Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Wägenbaur, πρόκειται πλέον για "παρωχημένη διάταξη" και το Γενικό Δικαστήριο "δεν την έχει χρησιμοποιήσει έκτοτε. Αυτό είναι απίθανο να αλλάξει στο μέλλον, δεδομένης της συχνά πραγματικής φύσης των διαδικασιών στο Γενικό Δικαστήριο καθώς και του υψηλού φόρτου εργασίας του".

Το κείμενο αποτελεί μια ελαφρώς επικαιροποιημένη μετάφραση μέρους του ενημερωτικού εγγράφου της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Κοινοβουλευτικής Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τίτλο “Role of Advocates General at the CJEU

  • 1. M. Szwarc-Kuczer, in: A. Wróbel (ed.), Traktat o funkcjonowaniu Unii Europejskiej, LEX a Wolters Kluwer Business 2012, p. 218; T. Tridimas, 'The Role of the Advocate General in the Development of Community Law: Some Reflections', Common Market Law Review 34: 1349–1387, 1997, p. 1350.
  • 2. M. Kotzur, in: R. Geiger at al. (eds), European Union Treaties, CH Beck 2015, p. 844.
  • 3. J. Laffranque, 'Dissenting Opinion in the European Court of Justice - Estonia's Possible Contribution to the Democratisation of the European Union Judicial System', Juridica International 2004, Vol. 9, p. 18.
  • 4. B. Wägenbaur, Court of Justice of the European Union. Commentary on the Statute and Rules of Procedure, CH Beck 2013, p. 25, fn. 102.
  • 5. J.-C. Piris, The Lisbon Treaty: A Legal and Political Analysis (Cambridge University Press 2010), p. 233.
  • 6. C. Arrebola, A. Mauricio, H. Portilla. 'An Econometric Analysis of the Influence of the Advocate General on the Court of justice of the European Union', 5 Cambridge J. Int'l & Comp. L. 82 (2016), p. 111.
  • 7. K. Lenaerts, I. Maselis, K. Gutman, EU Procedural Law, Oxford University Press, 2014, p. 23.
Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΘΡΑΚΟΚΟΙΛΗΣ

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Το δίκαιο της απόδειξης στις διοικητικές διαφορές ουσίας (XXII & 327)

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΉ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΒΑΡΒΑΡΑ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ