logo-print

Συμβάσεις κατάρτισης - απόκτησης εργασιακής εμπειρίας «stage» ορισμένου χρόνου μέσω του ΟΑΕΔ (ΜονΕφΑθ 2050/2023)

Αναποτελεσματικές οι ρυθμίσεις του ΠΔ 164/2004 – Διαιώνιση της πρακτικής του Δημοσίου να συνάπτονται συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του

13/06/2023

16/06/2023

Εγχειρίδιο Εργατικού Δικαίου - Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις Η έκδοση
Mobbing Ευθύνη λόγω ηθικής παρενόχλησης στην εργασία

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΠΟΥΜΠΟΥΧΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Δεκτή έγινε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έφεση εργαζομένων με συμβάσεις κατάρτισης - απόκτησης εργασιακής εμπειρίας «stage» ορισμένου χρόνου μέσω του ΟΑΕΔ, αναγνωρίζοντας ότι στην πραγματικότητα συνδέονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το Ελληνικό Δημόσιο και υποχρεώνοντας το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους (ΜονΕφΑθ 2050/2023).

Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως διοικητικοί υπάλληλοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο πλαίσιο συμβάσεων επιγραφόμενων ως απόκτησης εργασιακής εμπειρίας «stage» ορισμένου χρόνου, ενώ στην πραγματικότητα το συμβατικό καθεστώς παροχής των υπηρεσιών τους στο εναγόμενο είναι αυτό της μίας και ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς το εναγόμενο αποσκοπούσε όχι στην κατάρτισή τους, αλλά στην καθεαυτή εργασιακή τους απασχόληση. Οι ανάγκες που κάλυπταν ήταν πάγιες και διαρκείς και το εναγόμενο παρανόμως έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους. Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με το Π.Δ. 164/2004 μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο η οδηγία 1999/70 για τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Λαμβανομένου υπόψη ότι από την ημερομηνία έκδοσης του ΠΔ 164/2004 μέχρι και σήμερα έχει δημιουργηθεί σταδιακά ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων που απασχολείται σε διάφορες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα για μακρό χρονικό διάστημα και για την κάλυψη λειτουργικών παγίων και διαρκών αναγκών των υπηρεσιών απασχόλησης με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, το δικαστήριο έκρινε ότι έχει αποδειχθεί αναμφισβήτητα ότι ο επιδιωκόμενος από την Οδηγία σκοπός της προστασίας των εργαζομένων από την προσφυγή στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν διασφαλίζεται. Εφόσον, επομένως, οι ρυθμίσεις του Π.Δ. 164/2004 κρίνονται αναποτελεσματικές, καθώς δεν απέτρεψαν στην πράξη τη διαιώνιση της πρακτικής του Δημοσίου σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του, και μέχρι τη νομοθέτηση νέων, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων των ενωσιακού δικαίου μέσω της ερμηνείας και εφαρμογής και προγενέστερων εθνικών ρυθμίσεων που παραμένουν σε ισχύ (ιδίως υπό το πρίσμα της ρήτρας 8 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ), όπως αυτή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, η οποία κύρωση προβλέπει τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου. 

Εν προκειμένω, το δικαστήριο έκρινε ότι, πράγματι, οι ένδικες συμβάσεις ναι μεν επιγράφονταν ως κατάρτισης - απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ορισμένου χρόνου μέσω του ΟΑΕΔ, όμως, ήταν κατ' ουσίαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το Ελληνικό Δημόσιο. Η πρόσληψη των συγκεκριμένων εργαζομένων δεν επιβλήθηκε από κάποια επιτακτική, έκτακτη ή εποχική ανάγκη του εναγομένου, αλλά υπαγορεύθηκε από την ανάγκη στελέχωσης των υπηρεσιών του για την εύρυθμη λειτουργία τους και όχι με βασικό σκοπό την κατάρτισή τους. Εξάλλου, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η μακροχρόνια απασχόλησή τους είχε σκοπό μόνον την επαγγελματική τους κατάρτιση, την μαθητεία, την ένταξη ή την επανεκπαίδευσή τους επί ενός αντικειμένου ευκόλως κατανοητού. Η πραγματική φύση απασχόλησής τους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας, με όλες τις περαιτέρω συνέπειες (π.χ. μισθολογικές, ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικές κ.λπ.) του στοιχείου της εξάρτησης. Ο ΟΑΕΔ απλώς μεσολάβησε στην σύναψη των σχέσεων εργασίας. Συνεπώς, οι καταρτισθείσες συμβάσεις στις οποίες προέχει το στοιχείο παροχής εργασίας, δεν δύνανται να εξαιρεθούν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ.

Περαιτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίστατο αντικειμενικός λόγος για την ανανέωση των «ορισμένου χρόνου» συμβάσεων ή σχέσεων τους, τέτοια δε, χωρίς αντικειμενικό λόγο, ανανέωση συνιστά κατάχρηση, και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 Π.Δ. 164/2004. Για την εξάλειψη της κατάχρησης αυτής, στην περίπτωση που αυτή λάβει χώρα παρά τις σχετικές απαγορεύσεις, δεν επαρκούν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 7 Π.Δ. 164/2004 έννομες συνέπειες-κυρώσεις. Για την εξάλειψη επομένως της επισυμβούσας κατάχρησης που προέκυψε με τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου άνευ αντικειμενικού λόγου (ήτοι για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου), θα πρέπει να τύχει εφαρμογής το άρθρο 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, χωρίς την εφαρμογή του οποίου -ελλείψει άλλου αποτελεσματικού προς τούτο μέτρου- δεν είναι δυνατή η εξάλειψή της.

Απόσπασμα απόφασης

Σύμφωνα επομένως με την άποψη του δικαστηρίου αυτού και ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι από την ημερομηνία έκδοσης του ΠΔ 164/2004 μέχρι και σήμερα έχει δημιουργηθεί σταδιακά ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων που απασχολείται σε διάφορες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα για μακρό χρονικό διάστημα και για την κάλυψη λειτουργικών παγίων και διαρκών αναγκών των υπηρεσιών απασχόλησης με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έχει αποδειχθεί αναμφισβήτητα ότι ο επιδιωκόμενος από την Οδηγία σκοπός της προστασίας των εργαζομένων από την προσφυγή στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν διασφαλίζεται. Εφόσον επομένως οι ρυθμίσεις του Π.Δ. 164/2004 κρίνονται αναποτελεσματικές καθώς δεν απέτρεψαν στην πράξη τη διαιώνιση της πρακτικής του Δημοσίου σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του, και μέχρι τη νομοθέτηση νέων το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων των ενωσιακού δικαίου μέσω της ερμηνείας και εφαρμογής και προγενέστερων εθνικών ρυθμίσεων που παραμένουν σε ισχύ (ιδίως υπό το πρίσμα της ρήτρας 8 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ), όπως αυτή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, η οποία κύρωση προβλέπει τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Ειδικότερα, στην ελληνική έννομη τάξη, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 Συντ., που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή «οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου». Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας καθώς καταλαμβάνει και τη μία μόνον σύμβαση, εφόσον καλύπτονται πραγματικά ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες. Περαιτέρω, όπως έχει κρίνει το ΔΕΕ, όλες οι αρχές του κράτους μέλους, ακόμη και όταν προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου. Κατά τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που τέθηκαν σε ισχύ από 17.4.2001 α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον εκδοθεί ειδικός νόμος και οι ανάγκες κάλυψης είναι απρόβλεπτες, πρόσκαιρες και επείγουσες β) απαγορεύεται η μετατροπή από το νόμο των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου. Ωστόσο η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας επιβάλλει, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ (C-760/18, C-378/07 έως C- 380/07) στα εθνικά δικαστήρια να πράττουν ό,τι είναι δυνατό εντός των ορίων της αρμοδιότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας τις αναγνωρισμένες από το δίκαιο αυτό μεθόδους ερμηνείας, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οικείας οδηγίας και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή. Μία απόλυτη απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου χωρίς την παράλληλη ύπαρξη και εφαρμογή άλλου αποτελεσματικού μέτρου αντιστρατεύεται το ενωσιακό δίκαιο, ενώ, όπως επισημαίνει το ΔΕΕ (C-760/18 σκ. 71) μια οδηγία παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι του κράτους μέλους αποδέκτη και, συνεπώς, έναντι όλων των εθνικών αρχών είτε κατόπιν της δημοσίευσής της είτε, ανάλογα με την περίπτωση, από την ημερομηνία της κοινοποίησής της. Περαιτέρω η γενική διαπίστωση ότι η συνέχιση της μετατροπής θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από το Σύνταγμα φαινομένου, δεν αρκεί, καθώς σύμφωνα και με τα ανωτέρω, το ΔΕΕ απαιτεί εκτίμηση συγκεκριμένων περιστατικών. Εξάλλου ερμηνευτική λύση στο ζήτημα Συνταγματικά ανεκτής εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 με σκοπό την αποτελεσματική εφαρμογή της ρήτρας 5 της Οδηγίας έχει δώσει ήδη η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 18/2006 απόφαση του, με την οποία κρίθηκε ότι από την απαγόρευση «μετατροπής» από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι «μετατροπή» αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ. Στην περίπτωση επομένως που θα διαπιστωθεί κατάχρηση, παρά τη χρήση μέτρων αποτροπής της, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, μη εμποδιζόμενης της εφαρμογής του από το άρθρο 103 παρ. 8 Συντάγματος, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει απολύτως τη θεώρηση των συμβάσεων ως αορίστου χρόνου, μέχρι τη λήψη άλλων πράγματι αποτελεσματικών μέτρων πλην της θεώρησης των συμβάσεων (ως αορίστου χρόνου) για την πρόληψη της κατάχρησης που προκύπτει από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και την εξάλειψη των συνεπειών από την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου σε περίπτωση που αυτή λάβει χώρα.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr.

Αστικές και Νέες Εμπορικές Μισθώσεις Δ

ΚΑΤΡΑΣ Ι.

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Δίκαιο Κεφαλαιουχρικών Εταιριών Tόμος Ι

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΛΑΖΑΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ