Αναπροσαρμογή δικηγορικής αμοιβής κατά το άρθρο 288 του Αστικού Κώδικα

Με αφορμή την ΜΠρΑθ 11/2019 (Τμήμα αμοιβών)

16/01/2019

18/01/2019

Η σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών, είτε για ένδικες, είτε για έξώδικες ενέργειες, χαρακτηρίζεται έμμισθη εντολή και διέπεται κατά βάση από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (Κ.Δ.), συμπληρωματικά δε από τις περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ.) του Αστικού Κώδικα. Σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, η ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της αγωγής και των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του Εφετείου καθορίζεται, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις (υπό το ν.δ. 3026/1954 στα άρ. 100 επ. ενώ υπό τον ν. 4194/2013 στα άρ. 63 επ.) και όχι κατώτερη από την προβλεπόμενη ελάχιστη από τις διατάξεις του Κ.Δ., σε ποσοστό επί της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής κατά το χρόνο της πρώτης μετά την άσκηση της αγωγής συζητήσεως αυτής στο ακροατήριο, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά το αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας του (ενδεικτικά ΑΠ 122/2015, 16/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ η αυξομείωση της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής κατά τη διάρκεια της δίκης δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της υπολογιζόμενης σε ποσοστό αυτής αμοιβής του δικηγόρου για μεταγενέστερες διαδικαστικές πράξεις. Η χρηματική αυτή παροχή, της αμοιβής, θα εξοφληθεί βάσει της ονομαστικής αξίας της δραχμής (ήδη ευρώ).

Κατ` εξαίρεση, όταν από τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως μέχρι την πληρωμή της αμοιβής επήλθε πλήρης έκπτωση του νομίσματος επειδή μηδενίστηκε η εσωτερική αξία της δραχμής ή έστω άγγιξε η υποτίμησή της το όριο της πλήρους έκπτωσής της ως νομίσματος, ο δικαιούχος δικηγόρος δικαιούται ν' αξιώσει, κατ` εφαρμογή της ΑΚ 288, την καταβολή νομισμάτων όχι ίσων κατά ποσότητα προς τα καθορισμένα το χρόνο που γεννήθηκε η απαίτηση, αλλά αποπληθωρισμένων, δηλαδή τόσων ώστε να έχουν ίση προς εκείνα εσωτερική αξία (ΑΠ 415/2004 Α’ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΧΡΙΔ 2004/724, ΕΕΡΓΔ 2005/363, ΝοΒ 2005.6764, ΔΦΟΡΝ 2005/1366, ΔΙΚΗ 2005/309, ΑΠ 1305/1998. Βλ. επίσης: σχετ. ΟλΑΠ 351/1985 ΝοΒ 33.1188, ΑΠ 1393/1984 ΝοΒ 33.1002)

Προ ολίγων ημερών, εκδόθηκε από το Μον. Πρωτ. Αθηνών (Τμήμα αμοιβών) η υπ’ αριθμ. 11/2019 απόφασή του η οποία ασχολήθηκε με το ιδιαίτερο αυτό νομικό ζήτημα. Η ενάγουσα δικηγόρος είχε ασκήσει το 2013 κατά των εντολέων της αγωγή, με βάση τον Κ.Δ. (νδ 3026/54), και ζητούσε να της επιδικασθεί η νόμιμη δικηγορική αμοιβή για σειρά δικαστικών και εξώδικων ενεργειών σχετικά με μία δίκη που είχε ξεκινήσει το 1964 και έληξε αμετάκλητα το 2008. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, τα αρχικώς επιδικασθέντα  (με βάση τον ΚΔ) κονδύλια δικηγορικών αμοιβών συνολικού ύψους 1.652 ευρώ υπολογίσθηκαν, κατά την εκδίκαση της παραπάνω αγωγής, με βάση την αξία του αντικειμένου δίκης που είχε ξεκινήσει το 1964 (έτος κατάθεσης αγωγής), και της οποίας (δίκης) η πρώτη συζήτηση έλαβε χώρα το 1970, δηλαδή υπολογίσθηκαν με βάση το ποσό των 160.000 δραχμών που, σύμφωνα με το Δικαστήριο, αποτελούσε την αξία του αντικειμένου της δίκης, και παρότι οι δικηγορικές υπηρεσίες της δικηγόρου είχαν παρασχεθεί κατά τα έτη 1997 - 2008 κατά τα οποία η τότε αξία του αντικειμένου της δίκης ανερχόταν σε περίπου 400.000 ευρώ. Στη συνέχεια, η ενάγουσα δικηγόρος, άσκησε δεύτερη αγωγή, βασιζόμενη στο άρ. 288 ΑΚ, ζητώντας την αναπροσαρμογή των ήδη επιδικασθέντων κονδυλίων. Το  δικαστήριο, ακολουθώντας την παγιωμένη νομολογία του ΑΠ (ΑΠ 415/2004), δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ανάμεσα στις δύο δίκες, διότι βασίζονται σε διαφορετική ιστορική και νομική αιτίας, και επιδίκασε εν τέλει στην ενάγουσα δικηγόρο αναπροσαρμοσμένα, κατ’ άρ. 288 ΑΚ, ποσά, ως συμπληρωματικά κονδύλια (δικηγορικής αμοιβής). Ως προς το ζήτημα του δεδικασμένου, το Μον. Πρωτ. Αθηνών δέχεται, μεταξύ άλλων, ότι «… δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, υπό την ανωτέρω έννοια, όταν αντικείμενο της προηγούμενης δίκης είναι να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, ως εντολέας, να καταβάλει στον ενάγοντα, εντολοδόχο δικηγόρο, δικηγορικές αμοιβές για την επιτυχή διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων κατά τον Κ.Δ., της δε νέας δίκης ­είναι η, συνεπεία σημαντικής μειώσεως της εσωτερικής αξίας της δραχμής από το χρόνο της πρώτης συζητήσεως (1974) υποθέσεων που χειρίστηκε μέχρι την καταβολή της αμοιβής, καταβολή των εις τη δεύτερη αγωγή ποσών ως συμπληρωματική αμοιβή, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 288 ΑΚ, αφού το πραγματικό των εφαρμοζομένων διατάξεων είναι διαφορετικό στις δύο αυτές περιπτώσεις και οι έννομες συνέπειες (νομική θεμελίωση) επίσης διαφορετικές (ό.π. ΑΠ 415/2004)…».

Το Μον. Πρωτ. Αθηνών, με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 11/2019 απόφασή του, δέχθηκε, περαιτέρω, ότι για να υπολογισθεί η αξία της (αναπροσαρμοσμένης) αμοιβής της ενάγουσας σε αξίες του έτους 2013 (έτος άσκησης της δεύτερης αγωγής με βάση το άρ. ΑΚ 288), για τις ενέργειες εκείνες η αμοιβή των οποίων υπολογίζεται με βάση ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, πρέπει η αξία του αντικειμένου κατά το χρόνο της παροχής (πρώτης συζητήσεως στο ακροατήριο) να αναχθεί, με βάση την αρχή της καλής πίστεως, στο ισάξιό της, κατά το χρόνο της αποδόσεως της παροχής (έτος 2013 που άσκησε την από 8-1-2013 αγωγή για την καταβολή της αμοιβής της), αφού ληφθεί υπόψη α) η τιμή και η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας σε δραχμές και ήδη σε ευρώ, τόσο κατά το χρόνο της πρώτης επ’ ακροατηρίω συζήτησης όσο και κατά το χρόνο της γέννησης της αξίωσής της και στη συνέχεια της απόδοσης της παροχής (ήτοι τα έτη 2008, οπότε και γεννήθηκε η αξίωσή της λόγω πέρατος του δικαστικού αγώνα, και το έτος 2013, οπότε άσκησε την από 8-1-2013 αγωγή για την καταβολή της δικηγορικής της αμοιβής), και να γίνει μεταξύ τους σύγκριση, αλλά και β) η αύξηση του τιμαρίθμου που επήλθε στο μεταξύ (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 1233/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 713/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠΟ 1013/1996 ΕλλΔνη 1998.844). Συνεπώς, δέχθηκε το δικαστήριο ότι πρέπει να υπολογισθεί η αναπροσαρμοσμένη και αποπληθωρισμένη αξία του αντικειμένου της από 2-5-1964 αγωγής αρχικά κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης, ήτοι στις 16-2-1970 και στη συνέχεια να αναχθεί η αξία αυτή σε τιμές Οκτωβρίου 2008 και στη συνέχεια σε τιμές Ιανουαρίου 2013 με βάση την τιμή της χρυσής λίρας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και την εμφιλοχωρείσα κατά τα ως άνω έτη (1970 έως 2008 και στη συνέχεια έως το 2013) διαφορά του τιμαρίθμου.

Στη συνέχεια, το δικαστήριο, υπολόγισε το ισάξιο των 160.000 δρχ. [ποσό στο οποίο, δέχθηκε (εσφαλμένα κατά την αποψή μου, διότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα αυτό από την προγενέστερη αγωγή και θα έπρεπε να έχει λάβει ως αξία αντικειμένου το ποσό των 377.000 δρχ που αποτελούσε το αίτημα της από 2-5-1964 αγωγής) ότι ανερχόταν η αξία του αντικειμένου της από 2-5-1964 αγωγής] σε τρία διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά το 1970 (έτος πρώτης συζήτησης της αγωγής), στη συνέχεια κατά το 2008 (έτος γέννησης της αξίωσης αμοιβής λόγω πέρατος της δίκης) και στη συνέχεια κατά το 2013 (έτος άσκησης της πρώτης αγωγής για καταβολή δικηγορικής αμοιβής), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το ποσό των 316.303 ευρώ αποτελεί «…την αναπροσαρμοσμένη αξία του αντικειμένου της ως άνω από 2-5-1964 αγωγής, δεδομένου ότι αποτελεί το ισάξιο του ποσού των 180.480 δρχ. (του 1970) υπολογισμένο και αποπληθωρισμένο συμπλεκτικά με τον τιμάριθμο και την τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τις 22-1-2013».

Με βάση το ποσό των 316.303 ευρώ, λοιπόν, προέβη στην αναπροσαρμογή των πέντε αγωγικών κονδυλίων (επί συνόλου δεκαπέντε) που υπολογίζονται ως ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, ενώ, ακόμα, δέχθηκε ότι (και) για τα υπόλοιπα δέκα (από τα δεκαπέντε) τελεσιδίκως επιδικασθέντα (με την προγενέστερη αγωγή) κονδύλια, τα οποία, όμως, δεν υπολογίζονται ως ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, η αναπροσαρμογή τους «…πρέπει να γίνει, και πάλι κατ’ άρ. 288 ΑΚ, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και των χρηστών συναλλακτικών ηθών και αναλογικά με την προσαρμογή των ως άνω κονδυλίων…». Δεδομένου, λοιπόν, ότι τα πρώτα κονδύλια αναπροσαρμόστηκαν, κατ’ αποτέλεσμα, κατά περίπου πέντε (5) φορές, το δικαστήριο αναπροσάρμοσε (και επιδίκασε) αναλογικά και τα υπόλοιπα δέκα (10) κονδύλια ήτοι κατά περίπου πέντε (5) φορές, δεχόμενο, εν τέλει, ότι «… η αμοιβή της ενάγουσας για το σύνολο των ανωτέρω ενεργειών της πρέπει να ανέλθει στο ποσό των 7.963,60 ευρώ» το οποίο και της επιδίκασε νομιμοτόκως (πλέον ΦΠΑ 24%) από την επίδοση της αγωγής (περί αναπροσαρμογής) μέχρι την εξόφληση.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση ΜΠρΑθ 11/2019.