logo-print

Διεθνής αρμοδιότητα δικαστηρίων σε περίπτωση απαγωγής παιδιού: Προτάσεις γεν. εισαγγελέα ΔΕΕ Αθ. Ράντου σε μία ενδιαφέρουσα υπόθεση

“Δικαστήριο κράτους μέλους όπου είχε τη συνήθη διαμονή τέκνο παραμένει διεθνώς αρμόδιο και μετά την παράνομη μετακίνησή του σε τρίτη χώρα που κατέστη τόπος συνήθους διαμονής”

23/02/2021

24/02/2021

Ευρωπαϊκό εργατικό δίκαιο
Ευρωπαϊκό εργατικό δίκαιο

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΖΕΡΔΕΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Κανονισμός (ΕE) 1215/2012 - Κανονισμός Βρυξέλλες Ια - Κατ
Κανονισμός (ΕE) 1215/2012 - Κανονισμός Βρυξέλλες Ια - Κατ

ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ ΠΑΡΙΣ

ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τις δημοσιευθείσες στις 23-02-2021 προτάσεις του, ο Έλληνας γενικός εισαγγελέας ΔΕΕ Αθανάσιος Ράντος πρότεινε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) να αποφανθεί ότι, δυνάμει των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας (γνωστού και ως “κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα”), τα δικαστήρια κράτους μέλους είναι αρμόδια να αποφανθούν επί διαφοράς γονικής μέριμνας όταν τέκνο, που είχε τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος, μετακινήθηκε παράνομα σε τρίτη χώρα όπου αποκτά τη συνήθη διαμονή του.

Πρόσθετα, σύμφωνα με τον γεν. εισαγγελέα, τα δικαστήρια των κρατών μελών διατηρούν την αρμοδιότητα αυτή χωρίς χρονικό περιορισμό.

Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Αθανάσιος Ράντος ορίστηκε επίσημα γενικός εισαγγελέας στο ΔΕΕ, μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, για θητεία που θα διαρκέσει από τις 7 Σεπτεμβρίου 2020 έως τις 6 Οκτωβρίου 2021. Σημειώνεται, δε, ότι έχει ήδη προταθεί από την ελληνική κυβέρνηση στο Συμβούλιο της ΕΕ η ανανέωση της θητείας του για εξαετή περίοδο, ήτοι από τις 6 Οκτωβρίου 2021 έως τις 6 Οκτωβρίου 2027.

Ιστορικό της υπόθεσης

Η P. είναι Βρετανίδα υπήκοος, ηλικίας 3 ετών. Οι γονείς της ασκούν από κοινού την γονική μέριμνα και είναι ινδικής υπηκοότητας, κάτοχοι άδειας διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η ΜCP, μητέρα του ανωτέρω τέκνου, κατέφυγε στην Ινδία μαζί με το τέκνο τον Νοέμβριο του 2017, και στη συνέχεια επέστρεψε προσωρινά στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τον Απρίλιο του 2019, όμως, το τέκνο παρέμεινε συνεχώς στην Ινδία. Η μητέρα επέστρεψε για να ζήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο και άφησε το τέκνο με τη γιαγιά του από τη μητρική γραμμή.

Ο SS, πατέρας του τέκνου, παραμένοντας στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν το έχει δει από το 2018 και επιθυμεί να ζήσει μαζί του ή, επικουρικά, να έχουν επαφή. Στις 26 Αυγούστου 2020, υπέβαλε αίτηση ενώπιον του High Court of Justice (England & Wales), Family Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα οικογενειακού δικαίου, Ηνωμένο Βασίλειο] , ζητώντας, μεταξύ άλλων, να διαταχθεί η επιστροφή του τέκνου στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και να του δοθεί δικαίωμα επικοινωνίας.

To ανώτερο δικαστήριο εκτιμά ότι είναι πολύ πιθανό η συμπεριφορά της μητέρας να ισοδυναμεί με παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση του τέκνου στην Ινδία, αλλά και το τέκνο να είχε στην Ινδία τη συνήθη διαμονή του, όταν υπέβαλε την αίτηση ο πατέρας. Το δικαστήριο αυτό αποφάσισε να απευθυνθεί στο ΔΕΕ προκειμένου να διευκρινισθεί εάν, δυνάμει του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, είναι διεθνώς αρμόδιο να επιληφθεί επί της αίτησης που υποβλήθηκε ενώπιόν του. Συγκεκριμένα, ζητεί να διευκρινιστεί εάν κράτος μέλος διατηρεί τη δικαιοδοσία του, χωρίς χρονικό περιορισμό, βάσει του κανονισμού, στην περίπτωση κατά την οποία τέκνο που είχε τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος, μετακινείται (ή κατακρατείται) παράνομα σε τρίτη χώρα η οποία κατέστη εν συνεχεία χώρα της συνήθους διαμονής του.

Προτάσεις γεν. εισαγγελέα ΔΕΕ Αθ. Ράντου

Με τις δημοσιευθείσες προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας ΔΕΕ Αθανάσιος Ράντος, καταρχάς, επισημαίνει ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα μπορεί να αφορά έννομες σχέσεις στις οποίες εμπλέκονται τρίτα κράτη, παρά το γεγονός ότι το γράμμα της διάταξης ουδόλως μνημονεύει τα κράτη αυτά. Πρόσθετα, υπενθυμίζει ότι το άρθρο 10 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα ορίζει ότι, σε περίπτωση παράνοµης µετακίνησης ή κατακράτησης του παιδιού, τα δικαστήρια του κράτους µέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαµονή του αµέσως πριν από την παράνοµη µετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν την αρµοδιότητά τους έως ότου το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη κατοικία σε άλλο κράτος µέλος.

Στη συνέχεια, ο γεν. εισαγγελέας, αναφέρει ότι μολονότι το άρθρο 10 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα μνημονεύει μόνο τα κράτη μέλη, εντούτοις ρυθμίζει επίσης τις έννομες σχέσεις στις οποίες εμπλέκεται τρίτο κράτος υπό την έννοια ότι οι σχέσεις αυτές δεν μπορούν να οδηγήσουν σε μεταβίβαση διεθνούς δικαιοδοσίας στα δικαστήρια αυτού του τρίτου κράτους. Μικρή σημασία έχει το γεγονός ότι το παιδί αποκτά συνήθη διαμονή στο εν λόγω τρίτο κράτος, εφόσον πάντως, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 10 του κανονισμού αυτού, δεν αποκτά τη συνήθη διαμονή του σε άλλο κράτος μέλος.

Ως εκ τούτου, κατά τον γεν. εισαγγελέα, σε αντίθεση προς την κατάσταση που υφίσταται μεταξύ δύο κρατών μελών, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του πριν από την απαγωγή και μετακίνησή του σε τρίτο κράτος εξακολουθούν να έχουν διεθνή δικαιοδοσία χωρίς χρονικό περιορισμό (perpetuatio fori). Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι αν ένα παιδί έχει απαχθεί και μετακινηθεί σε τρίτο κράτος, δεν χωρεί συνεργασία και αμοιβαία εμπιστοσύνη κατά το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται δικαιολογητικός λόγος για να γίνει δεκτή η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τρίτου κράτους, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το απαχθέν παιδί έχει αποκτήσει τη συνήθη διαμονή του στο τελευταίο αυτό κράτος. 

Ο γεν. εισαγγελέας φρονεί ότι ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα αποσκοπεί, εν γένει, προς το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, στο να δοθεί στο δικαστήριο το οποίο είναι εγγύτερα στο παιδί και έχει, επομένως, καλύτερη επίγνωση της κατάστασης και του σταδίου ανάπτυξής του η δυνατότητα να λάβει τις αναγκαίες αποφάσεις. Εντούτοις, επικαλούμενος τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η παράνομη απαγωγή παιδιού δεν πρέπει, καταρχήν, να συνεπάγεται τη μεταβίβαση της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο οδηγήθηκε το παιδί. Ωστόσο, σύμφωνα με τον γεν. εισαγγελέα, ο σκοπός αποτροπής της απαγωγής παιδιών δεν παύει να υφίσταται για τον λόγο και μόνον ότι η μετακίνηση παιδιού πραγματοποιείται προς τρίτο κράτος. Συνεπώς, ο γεν. εισαγγελέας εκτιμά ότι μια παράνομη ενέργεια, ήτοι η απαγωγή παιδιού από έναν από τους γονείς του, δεν συνεπάγεται μεταβολή του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της γονικής μέριμνας, τούτο δε προκειμένου να προστατευθεί το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού αυτού.

Πρόσθετα, ο γεν. εισαγγελέας τονίζει ότι όταν ένα παιδί που έχει την ιθαγένεια της Ένωσης απάγεται και μετακινείται σε τρίτο κράτος, το να γίνει δεκτό ότι τα δικαστήρια του τελευταίου αυτού κράτους έχουν διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθούν επί της γονικής μέριμνας του παιδιού θα συνεπαγόταν τη διάρρηξη κάθε δεσμού με το δίκαιο της Ένωσης, ακόμη και αν το παιδί είναι θύμα παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης. Ο γεν. εισαγγελέας κρίνει ότι η παράνομη αυτή πράξη δεν μπορεί να στερήσει από το συγκεκριμένο παιδί την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματός του να εξεταστεί η γονική μέριμνα στην περίπτωσή του από δικαστήριο κράτους μέλους.

Επομένως, ο γεν. εισαγγελέας προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το άρθρο 10 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, έχει την έννοια ότι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο ένα παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν την αρμοδιότητά τους να αποφανθούν επί της γονικής μέριμνας του παιδιού, χωρίς χρονικό περιορισμό, όταν η απαγωγή του συνεπάγεται μετακίνησή του σε τρίτο κράτος, ακόμη δε και όταν το παιδί αποκτά τη συνήθη διαμονή του στο τρίτο αυτό κράτος.

Γίνεται υπόμνηση ότι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο, ενώ η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

Υπενθυμίζεται ακόμα ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο CURIA