logo-print

Δικαστήριο ΕΕ: Απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης των Βαρουφάκη - De Masi για την άρνηση πρόσβασης σε έγγραφο της ΕΚΤ

Το έγγραφο αφορούσε την ερμηνεία άρθρου του πρωτοκόλλου για το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ - Επικυρώθηκε και από το ΔΕΕ η άρνηση της ΕΚΤ

23/12/2020

30/12/2020

Ευρωπαϊκό Δίκαιο

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΕΥΓΕΝΙΑ ΣΑΧΠΕΚΙΔΟΥ

Ευρωπαϊκό Δίκαιο

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΕΥΓΕΝΙΑ ΣΑΧΠΕΚΙΔΟΥ

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τη δημοσιευθείσα στις 17-12-2020 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΓΔΕΕ) επιβεβαίωσε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για άρνηση πρόσβασης σε έγγραφό της στους De Masi και Βαρουφάκη, το οποίο αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 14.4 του πρωτοκόλλου (αριθ. 4) για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Αξίζει να σημειωθεί ότι με την απόφασή του αυτή το ΔΕΕ δεν συντάχθηκε με τις από 9-7-2020 προτάσεις του γενικού εισαγγελέα του Priit Pikamäe ο οποίος είχε προτείνει στο ΔΕΕ να κάνει δεκτή την αίτηση αναιρέσεως και να αναπέμψει την υπόθεση στο ΓΔΕΕ.

Ιστορικό της υπόθεσης

Η απόφαση 2004/258/ΕΚ της ΕΚΤ σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της ΕΚΤ, αποσκοπεί να εξασφαλίσει ευρύτερη πρόσβαση στα έγγραφα της ΕΚΤ, ενώ συγχρόνως θα πρέπει να προστατεύεται η ανεξαρτησία της και των εθνικών κεντρικών τραπεζών, καθώς και η εμπιστευτικότητα ορισμένων ζητημάτων. Το δικαίωμα αυτό υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς για λόγους δημοσίου ή ιδιωτικού συμφέροντος όπως στην περίπτωση που ένα έγγραφο προορίζεται για εσωτερική χρήση, στο πλαίσιο συσκέψεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός της ΕΚΤ και της ανταλλαγής απόψεων μεταξύ της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών, των εθνικών αρμόδιων αρχών ή των εθνικών εντεταλμένων αρχών, ή αποτυπώνει ανταλλαγή απόψεων μεταξύ της ΕΚΤ και λοιπών συναφών αρχών και φορέων.

Το 2017, οι Fabio De Masi και Γιάνης Βαρουφάκης ζήτησαν από την ΕΚΤ πρόσβαση σε όλες τις εξωτερικές νομικές γνωμοδοτήσεις που φέρεται να ζήτησε η ΕΚΤ, με σκοπό την εξέταση των αποφάσεών της τής 4ης Φεβρουαρίου και της 28ης Ιουνίου 2015 σχετικά με την επείγουσα στήριξη της ρευστότητας (FLU) που παρασχέθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος σε ελληνικές τράπεζες. Η ΕΚΤ τους ενημέρωσε ότι δεν είχε ζητήσει νομικές γνωμοδοτήσεις για τις εν λόγω αποφάσεις, ωστόσο αναφέρθηκε στην ύπαρξη εξωτερικής νομικής γνωμοδότησης, της 23ης Απριλίου 2015, με τίτλο «Απαντήσεις σε ερωτήσεις σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 14.4 του πρωτοκόλλου για το καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ». Στις 7 Ιουλίου 2017, οι De Masi και Βαρουφάκης ζήτησαν από την ΕΚΤ την πρόσβαση στο έγγραφο αυτό (επίμαχο έγγραφο). Με επιστολή της 3ης Αυγούστου 2017, η ΕΚΤ αρνήθηκε την πρόσβαση και με επιστολή της 16ης Οκτωβρίου 2017 επιβεβαίωσε την απόφασή της.

Κατά της τελευταίας απόφασης της ΕΚΤ, οι De Masi και Βαρουφάκης άσκησαν προσφυγή ενώπιον του ΓΔΕΕ, υποστηρίζοντας ότι η εξαίρεση που αφορά την προστασία των εγγράφων για εσωτερική χρήση δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Ωστόσο, εκτιμώντας ότι η ΕΚΤ ορθώς θεώρησε ότι το επίμαχο έγγραφο αποτελούσε έγγραφο για εσωτερική χρήση, το ΓΔΕΕ απέρριψε στις 12 Μαρτίου 2019 την προσφυγή στο σύνολό της (υπόθεση T-798/17, De Masi και Βαρουφάκης κατά ΕΚΤ, βλ. και σχετικό άρθρο Lawspot). Κατά της απόφασης του ΓΔΕΕ οι De Masi και Βαρουφάκης άσκησαν αίτηση αναιρέσεως.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο απέρριψε την ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως.

Πρώτον, όσον αφορά την παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, το Δικαστήριο έκρινε ότι στο πλαίσιο της εξαίρεσης σχετικά με την προστασία των εγγράφων για εσωτερική χρήση (άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της απόφασης 2004/258/ΕΚ) δεν απαιτείται το ΓΔΕΕ να ελέγξει αν η ΕΚΤ είχε παράσχει εξηγήσεις ως προς τον κίνδυνο σοβαρής παράβασης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων που μπορούσε να συνεπάγεται η πρόσβαση στο επίμαχο έγγραφο. Η άρνηση πρόσβασης της ΕΚΤ σε έγγραφο βάσει της εν λόγω διάταξης προϋποθέτει να αποδεικνύεται, αφενός, ότι το έγγραφο προορίζεται ιδίως για εσωτερική χρήση στο πλαίσιο συσκέψεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός της ΕΚΤ και, αφετέρου, ότι δεν υφίσταται υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που να δικαιολογεί τη γνωστοποίησή του. Ως εκ τούτου, το ΓΔΕΕ δεν παραβίασε την υποχρέωση αιτιολόγησης των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. 

Δεύτερον,  όσον αφορά τον εσφαλμένο προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφοι 2 και 3, της απόφασης 2004/258/ΕΚ, το Δικαστήριο, ως προς τις εξαιρέσεις που αιτιολογούν την άρνηση πρόσβασης στο επίμαχο έγγραφο, επιβεβαίωσε την κρίση του ΓΔΕΕ κατά την οποία η εξαίρεση σχετικά με την προστασία της παροχής νομικών συμβουλών δεν αποτελεί lex specialis σε σχέση με την εξαίρεση σχετικά με την προστασία των εγγράφων για εσωτερική χρήση. Η ΕΚΤ μπορεί να λαμβάνει υπόψη πλείονες λόγους άρνησης στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 4 της απόφασης 2004/258/ΕΚ.

Τρίτον, όσον αφορά την εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της απόφασης 2004/258/ΕΚ (χαρακτηρισμός του επίμαχου εγγράφου ως «εγγράφου για εσωτερική χρήση»), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το ΓΔΕΕ  δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι η ΕΚΤ ορθώς θεώρησε ότι το επίμαχο έγγραφο αποτελούσε έγγραφο που προοριζόταν για εσωτερική χρήση. Η εν λόγω διάταξη που προβλέπει την εξαίρεση σχετικά με την προστασία των εγγράφων για εσωτερική χρήση δεν επιφυλάσσει την προστασία αποκλειστικώς στα έγγραφα που συνδέονται με συγκεκριμένη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Πράγματι, προϋποθέτει απλώς ότι ένα έγγραφο χρησιμοποιείται «στο πλαίσιο συσκέψεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός της ΕΚΤ» και έχει ως αποτέλεσμα να καταλαμβάνει, κατά ευρύ τρόπο, τα έγγραφα που συνδέονται με εσωτερικές διαδικασίες της ΕΚΤ.

Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, ενώ ο κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, εξαρτά την άρνηση παροχής πρόσβασης σε έγγραφο από το γεγονός ότι αυτό «σχετίζεται με θέμα επί του οποίου το [θεσμικό όργανο] δεν έχει αποφασίσει», η ΕΚΤ θέλησε να προστατεύει τα έγγραφά της ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία έχει περατωθεί η διαδικασία λήψης απόφασης, δεδομένου ότι η πρόσβαση στο έγγραφο δεν επιτρέπεται «ακόμη και κατόπιν» της λήψης της απόφασης.

Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο απέρριψε συνολικά την αίτηση αναίρεσης των De Masi και Βαρουφάκη και επιβεβαίωσε την απόφαση της ΕΚΤ με την οποία τους αρνήθηκε την πρόσβαση στο επίμαχο έγγραφο.

Γίνεται υπόμνηση ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, κατά αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου. Καταρχήν, η άσκηση αναιρέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εάν είναι παραδεκτή και βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς. Σε αντίθετη περίπτωση, αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο δεσμεύεται από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

Εγκληματολογία και Τοξικολογία

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ / ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΣΥΚΙΩΤΟΥ

Αγωγές Αιτήσεις και Ενστάσεις Εμπράγματου Δικαίου Αστικού Κώδικας

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΑΤΡΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ