logo-print

Δικαστήριο ΕΕ για Brexit: Το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να ανακαλέσει μονομερώς την απόφαση αποχώρησης από την ΕΕ

«Παράθυρο» για αποφυγή του Brexit από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

10/12/2018

13/12/2018

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τη δημοσιευθείσα στις 10-12-2018 απόφασή του, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ελεύθερο να ανακαλέσει μονομερώς την γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησής του από την ΕΕ.

Επιπλέον, το ΔΕΕ επισημαίνει ότι μία τέτοια απόφαση ανάκλησης, η οποία λαμβάνεται δυνάμει των εθνικών συνταγματικών απαιτήσεων του συγκεκριμένου κράτους μέλους, θα είχε ως συνέπεια ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα παραμείνει στην ΕΕ με τους ίδιους ως προς το καθεστώς συμμετοχής του ως κράτος μέλος όρους.

Μάλιστα, το ΔΕΕ διευκρινίζει ότι τυχόν όρος ομόφωνης έγκρισης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σε αυτό το δικαίωμα ανάκλησης θα μετέτρεπε ένα μονομερές κυρίαρχο δικαίωμα σε ένα δικαίωμα υπό όρους και θα ήταν ασύμβατο με την αρχή ότι ένα κράτος μέλος δε μπορεί να εξαναγκασθεί να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς τη θέλησή του.

Είναι αξιοσημείωτο ότι το ΔΕΕ συντάσσεται σε γενικές γραμμές με τις από 4-12-2018 δημοσιευθείσες προτάσεις του γεν. εισαγγελέα ΔΕΕ Campos Sánchez-Bordona.

Ιστορικό της υπόθεσης

Στο δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος του Ηνωμένου Βασιλείου τάχθηκε υπέρ της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις 29 Μαρτίου 2017, η Βρετανή Πρωθυπουργός γνωστοποίησε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την πρόθεση του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση δυνάμει του άρθρου 50 ΣΕΕ. Η συγκεκριμένη διάταξη προβλέπει ότι κατόπιν τέτοιας γνωστοποίησης, το εν λόγω κράτος μέλος διαπραγματεύεται και  συνάπτει με την ΕΕ συμφωνία που καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρησή του. Στη συνέχεια, οι Συνθήκες της ΕΕ παύουν να ισχύουν στο εν λόγω κράτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας αποχώρησης ή, ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, δύο έτη μετά τη γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησης και κάθε πιθανής παράτασης της συγκεκριμένης ημερομηνίας.

Στις 19 Δεκεμβρίου 2017, υποβλήθηκε αίτηση αναθεώρησης ενώπιον Court of Session, Inner House, First Division (Σκωτία, Ηνωμένο Βασίλειο) αίτηση από ορισμένα μέλη του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου, του Κοινοβουλίου της Σκωτίας και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προκειμένου να  διαπιστωθεί εάν μπορεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 50 ΣΕΕ γνωστοποίηση να ανακληθεί μονομερώς πριν τη λήξη της διετούς προθεσμίας, ούτως ώστε, σε περίπτωση ανάκλησης της γνωστοποίησης, το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις 3 Οκτωβρίου 2018, το Court of Session υπέβαλε στο πλαίσιο αυτό προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, επισημαίνοντας ότι η απάντηση θα επιτρέψει στα μέλη του House of Commons (Βουλή των Κοινοτήτων, Ηνωμένο Βασίλειο) να γνωρίζουν, όταν θα ασκήσουν τα δικαιώματά τους κατά την ψηφοφορία της συμφωνίας αποχώρησης, εάν δεν υπάρχουν μόνο δύο επιλογές, αλλά τρεις, και συγκεκριμένα: αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς συμφωνία, αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση με συμφωνία και ανάκληση της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης και κατά συνέπεια παραμονή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα του συγκεκριμένου ερωτήματος, δεδομένου ότι η συμφωνία αποχώρησης μπορεί να επικυρωθεί μόνο εάν αυτή η συμφωνία και το πλαίσιο στις μελλοντικές σχέσεις μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ευρωπαϊκής Ένωσης υπερψηφιστούν από το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου, το Court of Session ζήτησε από το Δικαστήριο να εφαρμοστεί η ταχεία διαδικασία και ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου έκανε δεκτό το αίτημα αυτό1. Η ταχεία διαδικασία επιτρέπει στο Δικαστήριο να δημοσιεύει τις αποφάσεις του σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, μειώνοντας τα διαδικαστικά χρονικά όρια και παρέχοντας σε αυτές τις υποθέσεις απόλυτη προτεραιότητα εξέτασης.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με αυτή την απόφασή του, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου αποφαίνεται ότι, όταν ένα κράτος μέλος έχει γνωστοποιήσει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την πρόθεσή του να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, το εν λόγω κράτος μέλος είναι ελεύθερο να ανακαλέσει μονομερώς αυτή τη γνωστοποίηση.

Η συγκεκριμένη δυνατότητα υφίσταται  για όσο χρονικό διάστημα δεν έχει τεθεί σε ισχύ η μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του εν λόγω κράτους μέλους συμφωνία που καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις της αποχώρησης, ή σε περίπτωση που δεν έχει συναφθεί τέτοια συμφωνία, για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται μέχρι την εκπνοή της διετούς προθεσμίας από την γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησης από την ΕΕ, καθώς και κάθε πιθανής παράτασης της ημερομηνίας αυτής.

Η απόφαση ανάκλησης θα πρέπει να ληφθεί κατόπιν δημοκρατικής διαδικασίας στο πλαίσιο των εθνικών συνταγματικών απαιτήσεων. Αυτή η αδιαμφισβήτητη και και ανεπιφύλακτη απόφαση θα πρέπει να κοινοποιηθεί εγγράφως στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.  

Μία τέτοια απόφαση ανάκλησης επιβεβαιώνει τη συμμετοχή του εν λόγω κράτους μέλους στην ΕΕ υπό τους ίδιους αναλλοίωτους όρους αναφορικά με το καθεστώς συμμετοχής του και θέτει τέλος στη διαδικασία αποχώρησης.

Στο σκεπτικό του, το Δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι, σύμφωνα με το Court of Session, η υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του τελευταίου εγείρει ένα γνήσιο ζήτημα από το οποίο ανακύπτει μία διαφωνία την οποία πρέπει να επιλύσει και ότι η απόφαση του Court of Session θα καταστήσει σαφείς τις δυνατότητες επιλογών στα μέλη του εθνικού Κοινοβουλίου τα οποία καλούνται να αποφασίσουν επί της επικύρωσης της συμφωνίας που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ.  Απαντώντας στα ζητήματα παραδεκτού που ήγειραν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το υποβληθέν από το Court of Session ερώτημα, αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 50 ΣΕΕ, είναι πραγματικής και όχι υποθετικής φύσης, δεδομένου ότι αποτελεί ακριβώς το επίμαχο σημείο της υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του Court of Session.

Ως προς την ουσία του ερωτήματος, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι το άρθρο 50 ΣΕΕ δεν αντιμετωπίζει ρητώς το ζήτημα της ανάκλησης. Ούτε απαγορεύει ούτε επιτρέπει ρητώς την ανάκληση.

Λεχθέντος τούτου, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το άρθρο 50 ΣΕΕ έχει διττό σκοπό και συγκεκριμένα, πρώτον, αντικατοπτρίζει το κυρίαρχο δικαίωμα ενός κράτους μέλους να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση και, δεύτερον, καθιερώνει μία διαδικασία υλοποίησης αυτής της αποχώρησης σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η κυρίαρχη φύση του δικαιώματος αποχώρησης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω  κράτος μέλος διατηρεί το δικαίωμα να ανακαλέσει την γνωστοποίηση της πρόθεσης αποχώρησής του από την ΕΕ για όσο χρονικό διάστημα δεν έχει τεθεί σε ισχύ συμφωνία αποχώρησης, ή σε περίπτωση που δεν έχει συναφθεί τέτοια συμφωνία, για όσο χρονικό διάστημα δεν έχει εκπνεύσει η διετής προθεσμία, καθώς και κάθε πιθανή παράταση αυτής.

Ελλείψει ρητής διάταξης που να ρυθμίζει την ανάκληση της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησης, αυτή η ανάκληση υπόκειται πάλι στους θεσπισμένους με το άρθρο 50 παρ. 1 ΣΕΕ κανόνες της αποχώρησης και, κατά συνέπεια, μπορεί να αποφασιστεί μονομερώς, σύμφωνα με τις συνταγματικές απαιτήσεις του εν λόγω κράτους μέλους.

Η ανάκληση από ένα κράτος μέλος της γνωστοποίησης της πρόθεσης αποχώρησής του αντανακλά μία κυρίαρχη απόφαση να διατηρήσει το καθεστώς του ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένα καθεστώς το οποίο ούτε αναστέλλεται ούτε μεταβάλλεται από τη συγκεκριμένη γνωστοποίηση.

Το Δικαστήριο εκτιμά ότι θα ήταν ασύμφωνος με το σκοπό των Συνθηκών της ΕΕ, περί δημιουργίας μίας ακόμα μεγαλύτερης ένωσης των λαών της Ευρώπης, ο εξαναγκασμός αποχώρησης ενός κράτους μέλους το οποίο, μετά την γνωστοποίηση της πρόθεσής του να αποχωρήσει από την ΕΕ σύμφωνα με τους συνταγματικούς του κανόνες και ακολουθώντας μία δημοκρατική διαδικασία, αποφασίζει να ανακαλέσει την συγκεκριμένη γνωστοποίηση μέσω νέας δημοκρατικής διαδικασίας.

Ο όρος της ομόφωνης έγκρισης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σε αυτό το δικαίωμα, όπως πρότειναν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο, θα μετέτρεπε ένα μονομερές κυρίαρχο δικαίωμα σε ένα δικαίωμα υπό όρους και θα ήταν ασύμβατο με την αρχή ότι ένα κράτος μέλος δε μπορεί να εξαναγκασθεί να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς τη θέλησή του.

Γίνεται υπόμνηση ότι η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

  • 1. Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 2018, Wightman κ.λ.π. (C-621/18)
[

Σύνδεση στο Lawspot

Enter your e-mail address or username.
Enter the password that accompanies your e-mail.
Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
logo

Δεν έχετε λογαριασμό;

Μπορείτε να εγγραφείτε στο Lawspot ανεξαρτήτως ιδιότητας, ως δικηγόρος, συμβολαιογράφος ή και απλός χρήστης, συμπληρώνοντας τη σχετική φόρμα εδώ.

Αν είστε δικηγόρος, με την εγγραφή σας στο Lawspot.gr κερδίζετε σημαντικά οφέλη. Δείτε αναλυτικές πληροφορίες εδώ.

send