logo-print

Νέα καταδίκη της Ελλάδας για παραλείψεις στο αποχετευτικό δίκτυο στην περιοχή της Ελευσίνας

Δικαστήριο ΕΕ: Χρηματική ποινή ύψους 3.276.000 ευρώ ανά εξάμηνο καθυστερήσεως στην Ελλάδα

22/02/2018

23/02/2018

H ένωση δικαίου

ΙΩΑΝΝΗ ΣΑΡΜΑΣ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΕΣΔΑ Κατ΄άρθρο ερμηνεία

ΙΩΑΝΝΗ ΣΑΡΜΑΣ
ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με σημερινή απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται ότι, η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως της 24ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑119/02), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

Ειδικότερα, με την απόφασή του Επιτροπή κατά Ελλάδας C‑119/02, το ΔΕΕ είχε αποφανθεί ότι  η Ελληνική Δημοκρατία μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για την εγκατάσταση αποχετευτικού δικτύου των αστικών λυμάτων της περιοχής του Θριασίου Πεδίου και μη υποβάλλοντας σε επεξεργασία αυστηρότερη της δευτεροβάθμιας τα αστικά λύματα της περιοχής αυτής πριν από την απόρριψή τους στην ευαίσθητη περιοχή του κόλπου της Ελευσίνας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/15/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 1998.

Διαβάστε επίσης: Νέα καταδίκη της Ελλάδας για την επεξεργασία αστικών λυμάτων (ΔΕΕ)

Επιπλέον, σύμφωνα με το ΔΕΕ, σε περίπτωση που η διαπιστωθείσα ως άνω παράβαση εξακολουθεί κατά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως, υποχρεώνει την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρηματική ποινή ύψους 3.276.000 ευρώ ανά εξάμηνο καθυστερήσεως στην εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωση προς την ως άνω απόφαση.

Τέλος, το ΔΕΕ υποχρεώνει την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 5 εκατομμυρίων ευρώ.

Ιστορικό της υπόθεσης

Στην απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑119/02), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για την εγκατάσταση αποχετευτικού δικτύου των αστικών λυμάτων της περιοχής του Θριασίου Πεδίου και μη υποβάλλοντας σε επεξεργασία αυστηρότερη της δευτεροβάθμιας τα αστικά λύματα της περιοχής αυτής πριν από την απόρριψή τους στην ευαίσθητη περιοχή του κόλπου της Ελευσίνας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/271.

Στο πλαίσιο του ελέγχου της εκτελέσεως της ως άνω αποφάσεως, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν από τις ελληνικές αρχές, με έγγραφο της 6ης Αυγούστου 2004, πληροφορίες για τα μέτρα που είχαν λάβει προς εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.

Με έγγραφο της 14ης Ιουνίου 2005, οι ελληνικές αρχές διαβίβασαν στις υπηρεσίες της Επιτροπής χρονοδιάγραμμα για την εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση προς την εν λόγω απόφαση. Κατά το χρονοδιάγραμμα αυτό, το αποχετευτικό δίκτυο των αστικών λυμάτων της περιοχής του Θριασίου Πεδίου θα ετίθετο σε λειτουργία στις 20 Ιουνίου 2009.

Με την από 10 Απριλίου 2006 προειδοποιητική επιστολή, η Επιτροπή επισήμανε στις ελληνικές αρχές ότι δεν είχε ακόμη επιτευχθεί συμμόρφωση προς τις επιταγές της εν λόγω αποφάσεως του Δικαστηρίου.

Με διάφορες απαντητικές επιστολές, οι ελληνικές αρχές προσέδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στην καταληκτική ημερομηνία την οποία προέβλεπαν οι αποφάσεις της Επιτροπής για την έγκριση της συγχρηματοδοτήσεως από το Ταμείο Συνοχής των έργων που σκοπούσαν στην εξασφάλιση της συμμορφώσεως αυτής, ήτοι την 31η Δεκεμβρίου 2009. Ειδικότερα, στην απάντηση της 29ης Ιουνίου 2006, οι ελληνικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι η προθεσμία αυτή θα τηρούνταν παρά τις καθυστερήσεις που είχαν παρατηρηθεί. Εξάλλου, οι ελληνικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι μια προσφυγή για προσωρινά μέτρα η οποία είχε ασκηθεί κατά του αποτελέσματος μιας προσκλήσεως υποβολής προσφορών την οποία είχαν προκηρύξει συναφώς μπορούσε να προκαλέσει καθυστερήσεις.

Η Ελληνική Δημοκρατία θεώρησε ότι η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, έπρεπε να πραγματοποιηθεί μέσω της υλοποιήσεως διαφόρων σχεδίων:

–  της δημιουργίας ενός κέντρου επεξεργασίας των αστικών λυμάτων (σταθμός επεξεργασίας)·

–  της κατασκευής κύριων αγωγών για το δίκτυο των αστικών λυμάτων (κύριο δίκτυο)·

–  της κατασκευής αγωγών για το δίκτυο των αστικών λυμάτων (δευτερεύον δίκτυο)·

–  της συνδέσεως των διαφόρων κατοικιών και βιομηχανιών της περιοχής του Θριασίου Πεδίου, ειδικότερα των οικισμών του Ασπρόπυργου, της Ελευσίνας, της Μάνδρας και της Μαγούλας στο δίκτυο των αστικών λυμάτων (τριτοβάθμιο δίκτυο).

Με τις μεταγενέστερες απαντήσεις τους, οι ελληνικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι τα έργα κατασκευής του κύριου δικτύου εξακολουθούσαν με καθυστερήσεις οφειλόμενες σε τεχνικές δυσχέρειες και ότι τα έργα κατασκευής του δευτερεύοντος δικτύου είχαν καθυστερήσει λόγω της ασκήσεως ένδικης προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ελλάδα).

Οι ελληνικές αρχές, επικαλούμενες διάφορες νομικές και τεχνικές δυσχέρειες που είχαν παρακωλύσει την πρόοδο των έργων συμμορφώσεως, ζήτησαν παράταση της προθεσμίας που είχε καθοριστεί με τις αποφάσεις συγχρηματοδοτήσεως των εν λόγω έργων και επισύναψαν στην αίτησή τους ένα νέο χρονοδιάγραμμα υλοποιήσεως των έργων αυτών. Κατά το ως άνω χρονοδιάγραμμα, τα έργα κατασκευής του κύριου δικτύου και του σταθμού επεξεργασίας θα έπρεπε να ολοκληρωθούν στις 31 Ιουλίου 2010 και τα έργα κατασκευής του δευτερεύοντος δικτύου την 1η Αυγούστου 2010.

Στις 2 Φεβρουαρίου 2009 η Επιτροπή απέστειλε στην Ελληνική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη και στις 7 Μαΐου 2010 συμπληρωματική προειδοποιητική επιστολή.

Με διάφορες απαντητικές επιστολές και κατά τη διάρκεια συσκέψεων, μεταξύ του Ιουλίου του 2010 και του Φεβρουαρίου του 2015, οι ελληνικές αρχές ενημέρωναν την Επιτροπή για την εξέλιξη της καταστάσεως.

Συγκεκριμένα, με επιστολή της 27ης Νοεμβρίου 2012, οι ελληνικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι ο σταθμός επεξεργασίας λειτουργούσε δοκιμαστικά από τις 27 Ιουλίου 2012 και κανονικά από τις 27 Νοεμβρίου 2012. Αντιθέτως, το δευτερεύον και το τριτοβάθμιο δίκτυο δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί, παρότι το δευτερεύον δίκτυο ήταν σχεδόν έτοιμο, πλην ενός μέρους του το οποίο εξυπηρετούσε τον οικισμό της Ελευσίνας, και συγκεκριμένα την Κάτω Ελευσίνα.

Σχετικά με το τριτοβάθμιο δίκτυο, οι ελληνικές αρχές, μεταξύ Μαρτίου του 2013 και Αυγούστου του 2015, ενημέρωναν τακτικά την Επιτροπή ότι, συνεπεία εσωτερικών δυσχερειών, το ποσοστό συλλογής των αστικών λυμάτων δεν είχε φθάσει σε ικανοποιητικό επίπεδο, δεδομένου ότι συλλεγόταν μόνο το 28 % των αστικών λυμάτων.

Η Επιτροπή εκτιμά, κατά το χρονικό σημείο ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής, ότι μολονότι έχουν παρέλθει δώδεκα έτη από την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Δικαστηρίου, η απόφαση αυτή δεν έχει ακόμη εκτελεστεί πλήρως από την Ελληνική Δημοκρατία.

Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν έλαβε από τις αρμόδιες εθνικές αρχές κανένα χρονοδιάγραμμα με αξιόπιστα στοιχεία που να επιτρέπουν κάποια εκτίμηση ως προς το πότε θα μπορούσε να υπάρξει πραγματική πρόοδος. Πέραν του τριτοβάθμιου δικτύου, το δευτερεύον δίκτυο επίσης δεν έχει ολοκληρωθεί, ιδίως το μέρος του που εξυπηρετεί το τμήμα Κάτω Ελευσίνας του οικισμού της Ελευσίνας. Κατά την Επιτροπή, τα αρχαιολογικά ευρήματα τα οποία επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «περίπτωση ανωτέρας βίας» που να δικαιολογεί τέτοια καθυστέρηση στην εκτέλεση των εργασιών.

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, πέραν της από 27 Νοεμβρίου 2012 απαντήσεως των ελληνικών αρχών, δεν έχει λάβει κανένα στοιχείο το οποίο να αποδεικνύει ότι τα συλλεγέντα αστικά λύματα υποβλήθηκαν σε επεξεργασία αυστηρότερη από τη δευτεροβάθμια επεξεργασία. Για να διαπιστωθεί όμως η επαρκής επεξεργασία των λυμάτων, οι ελληνικές αρχές έπρεπε να είχαν αποδείξει τη σύμφωνη λειτουργία του σταθμού επεξεργασίας σε μια περίοδο δώδεκα μηνών, διά της λήψεως δειγμάτων σύμφωνα με το παράρτημα I, Δ, της οδηγίας 91/271, εκ των οποίων να προκύπτει ποσοστό μειώσεως των BOD 5 και των COD σύμφωνο προς τις επιταγές της ως άνω οδηγίας σε σχέση με τη δευτεροβάθμια επεξεργασία και, όσον αφορά την τριτοβάθμια επεξεργασία, επαρκές ποσοστό μειώσεως του αζώτου σύμφωνα με το παράρτημα I, πίνακας 2, της εν λόγω οδηγίας.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι δεν είχε ακόμη επιτευχθεί συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑119/02), άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

Απόφαση του Δικαστηρίου

Με τη δημοσιευθείσα απόφασή του, το Δικαστήριο κάνει δεκτή την προσφυγή της Επιτροπής και διαπιστώνει ότι, πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως της 24ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑119/02), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

Δεύτερον, σε περίπτωση που η διαπιστωθείσα ως άνω παράβαση εξακολουθεί κατά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως, υποχρεώνει την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρηματική ποινή ύψους 3.276.000 ευρώ ανά εξάμηνο καθυστερήσεως στην εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωση προς την απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑119/02), από την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως έως την πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως της 24ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑119/02), το πραγματικό ποσό της οποίας πρέπει να υπολογίζεται στο τέλος έκαστης εξάμηνης περιόδου, διά της μειώσεως του συνολικού ποσού για καθεμία από τις περιόδους αυτές κατά ποσοστό που θα αντιστοιχεί στην αναλογία του αριθμού μονάδων ισοδύναμου πληθυσμού στην περιοχή του Θριασίου Πεδίου ως προς τις οποίες έχει πράγματι επέλθει συμμόρφωση προς την απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑119/02), στο τέλος της εξεταζόμενης περιόδου, προς τον αριθμό μονάδων ισοδύναμου πληθυσμού στην περιοχή αυτή ως προς τις οποίες δεν έχει επέλθει συμμόρφωση προς την απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑119/02), κατά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως.

Τρίτον, το ΔΕΕ υποχρεώνει την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 5 εκατομμυρίων ευρώ.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

Το δίκαιο της ενέργειας μέσα από τη νομολογία του δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΡΓΑΛΙΑΣ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΚΑΙΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Ανώνυμες Εταιρίες
send