logo-print

Νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης μαθητείας - Παραπομπή στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1063/2019)

23/01/2020

27/01/2020

Άρειος Πάγος 1063/2019 

Η γνησία σύµβαση μαθητείας αποβλέπει κυρίως στην παροχή εκπαιδεύσεως και ειδικεύσεως στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό την εκτέλεση παραγωγικού έργου, αλλά εξυπηρετεί τις ανάγκες της εκπαιδεύσεως και της εξοικειώσεως αυτού µε το αντικείμενο του συγκεκριμένου επαγγέλματος ή της τέχνης, ενώ στην σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου τα μέρη αποβλέπουν κυρίως στην παροχή της εργασίας έναντι αμοιβής και κατά δεύτερον λόγο στην παροχή εκπαιδεύσεως και εξειδικεύσεως.

Επί της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, ενώ επί της γνησίας συμβάσεως μαθητείας δεν εφαρμόζονται οι εν λόγω διατάξεις, αλλά αναλογικώς οι διατάξεις της συμβάσεως εργασίας του Αστικού Κώδικος.

Ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως μαθητείας ως γνησίας η συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου εναπόκειται στο δικαστήριο, το οποίο μετ' αξιολόγηση των αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό, τον οποίον έδωσαν οι συμβαλλόμενοι στην σύμβαση, τούτο δε ισχύει και επί των εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και του ευρυτέρου δημοσίου τομέως (ΟλΑΠ 18/2006).

Απόσπασμα της απόφασης

Αφ' ετέρου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες προς άσκηση ωρισµένου επαγγέλματος ή ωρισμένης τέχνης εμπειρικές γνώσεις. Ειδικότερες μορφές της συµβάσεως μαθητείας είναι η γνησία σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου.

Η γνησία σύµβαση μαθητείας αποβλέπει κυρίως στην παροχή εκπαιδεύσεως και ειδικεύσεως στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό την εκτέλεση παραγωγικού έργου, αλλά εξυπηρετεί τις ανάγκες της εκπαιδεύσεως και της εξοικειώσεως αυτού µε το αντικείμενο του συγκεκριμένου επαγγέλματος ή της τέχνης, ενώ στην σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου τα μέρη αποβλέπουν κυρίως στην παροχή της εργασίας έναντι αμοιβής και κατά δεύτερον λόγο στην παροχή εκπαιδεύσεως και εξειδικεύσεως.

Επί της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, ενώ επί της γνησίας συμβάσεως μαθητείας δεν εφαρμόζονται οι εν λόγω διατάξεις, αλλά αναλογικώς οι διατάξεις της συμβάσεως εργασίας του Αστικού Κώδικος. Ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως μαθητείας ως γνησίας η συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου εναπόκειται στο δικαστήριο, το οποίο μετ' αξιολόγηση των αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό, τον οποίον έδωσαν οι συμβαλλόμενοι στην σύμβαση, τούτο δε ισχύει και επί των εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και του ευρυτέρου δημοσίου τομέως (ΟλΑΠ 18/2006).[...]

[..] Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής.

Με την από 3ης Ιανουαρίου 2011 αγωγή, κατά την επικουρική βάση αυτής, οι αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι, παρ' ότι προσελήφθησαν από το αναιρεσείον εις εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. προς κατάρτιση και απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων, εν τούτοις η απασχόληση αυτών δεν απέβλεψε κατά κύριον λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, εζήτησαν να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να αποδώσει την ωφέλεια, την οποία απεκόμισε από την εργασία εκάστου κατά τα ειδικώτερον εκτιθέμενα, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.

Το Μονομελές Εφετείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, εδέχθη ως προς την εν λόγω επικουρική βάση τα εξής: "Καθ' ο μέρος το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σιγή απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής, που θεμελιωνόταν, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή στο ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν η απλή εργασιακή σχέση, λόγω ακυρότητας της πιο πάνω σύμβασης εργασίας και ότι το εναγόμενο ωφελήθηκε, αποφεύγοντας να καταβάλει τα πιο πάνω χρηματικά ποσά σε άλλο υπάλληλο που θα ήταν υποχρεωμένο να προσλάβει για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της έφεσης. Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι συμβάσεις των εναγόντων με το εναγόμενο ναι μεν έλαβαν χώρα στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ, όπου οι εξ αυτών απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένη διάρκεια, δεν είχαν όμως το χαρακτήρα της γνήσιας σύμβασης μαθητείας, εφόσον, κατά τα ιστορούμενα, κύριος σκοπός ήταν η παροχή εργασίας στο νοσοκομείο, καλύπτοντας τις ανάγκες του, όπως οι λοιποί υπάλληλοι αυτού, έναντι αμοιβής, παρεπόμενος δε η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, είχαν δηλαδή το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με συνέπεια...να δικαιούνται, αυτοί, συνεπεία της εξ αυτού του λόγου ακυρότητας της σύμβασης εργασίας τους, να ζητήσουν, κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εναγόμενος εργοδότης τους θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες".

Εν συνεχεία, το Μονομελές Εφετείο, μετά μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως εδέχθη κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση αυτής και υπεχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα ποσά, τα οποία συνίστανται στη χρηματική αποτίμηση των παρασχεθεισών υπηρεσιών και στην δαπάνη, την οποία εξοικονόμησε το αναιρεσείον από την μη ανάθεση των ιδίων υπηρεσιών υπό έγκυρες συμβάσεις εργασίας.

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αγωγή είναι νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ. Ως προς τον ως άνω λόγο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ανακύπτει, εν όψει των ανωτέρω, το ζήτημα της νομιμότητος της ως άνω εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάσεως της αγωγής.

Το εν λόγω ζήτημα, ως αφορών σημαντικό αριθμό εκκρεμουσών υποθέσεων, είναι γενικωτέρου ενδιαφέροντος, κρίνεται δε ως εκ τούτου αναγκαίο χάριν της ενότητος της νομολογίας να αποφανθεί σχετικώς η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω, πρέπει ο ως άνω λόγος να παραπεμφθεί ενώπιον της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου, να αναβληθεί δε η συζήτηση των λοιπών λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους οποίους το Τμήμα επιφυλάσσεται.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr

logo

Θέλετε να λαμβάνετε τις ενημερώσεις μας;

Είστε δικηγόρος και επιθυμείτε να προβληθείτε στο Lawspot;

Δημιουργήστε το λογαριασμό σας άμεσα και δωρεάν.

Δημιουργία λογαριασμού
send