Αναπροσαρμογή δανειακής σύμβασης ελβετικού φράγκου με βάση τις ΑΚ 388, 288 (απρόοπτη μεταβολή συνθηκών, καλή πίστη)

H με αρ. 1663/2018 απόφαση του Τριμ. Εφετείου Θεσσαλονίκης

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΟΥΛΗΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

06/08/2018 - 12:06

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ:

08/08/2018 - 16:57

Πρίν λίγες ημέρες δημοσιεύθηκε η με αρ. 1663/2018 απόφαση του Τριμ. Εφετείου Θεσ/κης υπερ της διόρθωσης (αναπροσαρμογής) των δανειακών συμβάσεων «ελβετικού φράγκου», απόφαση η οποία συνιστά ουσιώδη μεταστροφή από τη μέχρι σήμερα (αρνητική) νομολογία των δικαστηρίων της συμπρωτεύουσας.

1) ΤΟ ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΑ:

Η ΕφΘεσ 1663/2018 εμμένει μεν στο κύρος του όρου αποπληρωμής, διορθώνει όμως, ΟΥΣΙΩΔΩΣ ΚΑΙ ΑΜΕΣΑ, κατά την καλή πίστη (ΑΚ 388, 288), τις δανειακές συμβάσεις, ορίζοντας ότι, ενόσω η διακύμανση της ισοτιμίας ευρώ/ελβετικού ξεπερνάει:

(α) το 20% σε σχέση με την ισοτιμία εκταμίευσης του δανείου (προϋπόθεση που συντρέχει σήμερα), τότε κατά τον υπολογισμό κάθε μηνιαίας δόσης αποπληρωμής του δανείου, από την επίδοση της αγωγής και έως την λήξη του δανείου, θα αφαιρείται το περιθώριο κέρδους της τράπεζας (το οποίο ανέρχεται σε 1,75% στην προκειμένη περίπτωση),

(β) το 10% και έως το 20%, πάντα σε σχέση με την ισοτιμία εκταμίευσης του δανείου (1,6341 στην επίδικη περίπτωση), τότε κατα τον υπολογισμό κάθε μηνιαίας δόσης αποπληρωμής του δανείου, θα αφαιρείται ποσοστό 1% από το περιθώριο κέρδους της τράπεζας.

(γ) την ισοτιμία εκταμίευσης και έως ποσοστό 10%, τότε οι δόσεις θα αποπληρώνονται με βάση τα όσα προβλέπει η σύμβαση.

2) Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ:

α. Στην α’ περίπτωση (διακύμανση ισοτιμίας άνω του 20%), για το επίδικο δάνειο άληκτου κεφαλαίου περίπου 120.000 ελβετικών (κατά την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής) με είκοσι (20) υπολειπόμενα έτη αποπληρωμής, η μηνιαία δόση μειώνεται άμεσα κατά περίπου 18-19%, ενώ στη β’ περίπτωση (διακύμανση ισοτιμίας από 10-20%), η μηνιαία δόση μειώνεται άμεσα κατά 10% (με μέσο libor γύρω στο 1%). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι και η συνολική επιβάρυνση του δανειολήπτη κατά τη λήξη του δανείου, στην υποθετική περίπτωση που οι συνθήκες παραμείνουν ως έχουν σήμερα, θα μειωθεί κατά περίπου 20%.

β. Για μεγαλύτερες διάρκειες αποπληρωμής δανείων, δηλαδή άνω των 20 ετών, π.χ. για 30 έτη ορίζοντα αποπληρωμής, το ποσοστό μείωσης της μηνιαίας δόσης αυξάνεται ακόμα περισσότερο, και συγκεκριμένα επιτυγχάνεται άμεσα μέχρι και 25% μείωση της δόσης (για διακύμανση ισοτιμίας άνω του 20%) ή και 15% μείωση της δόσης (για διακύμανση ισοτιμίας από 10-20%).

γ. Μάλιστα, ακόμα και στην υποθετική περίπτωση που η ισοτιμία παραμένει κατά μέσο όρο αυξημένη (υπέρ του ευρώ)  γύρω στο 20% (δηλ. περίπου στο 1,31) για τα υπόλοιπα 20 έτη αποπληρωμής του δανείου, ο δανειολήπτης ελβετικού δανείου με άληκτο κεφάλαιο π.χ. 320.000 ελβετικών φράγκων ενδέχεται ακόμα να βγαίνει (και) κερδισμένος σε σχέση με έναν δανειολήπτη δανείου εξαρχής σε ευρώ με άληκτο κεφάλαιο 200.000 ευρώ (αντίστοιχο των 320.000 ελβετικών φράγκων με ισοτιμία εκταμίευσης γύρω στο 1,60) και μέσο επιτόκιο αποπληρωμής (του δανείου σε ευρώ) για τα επόμενα 20 έτη γύρω στο 3%.

3) ΛΙΓΑ πρώτα ΣΧΟΛΙΑ, συνοπτικά, για την απόφαση:

α. Η ΕφΘεσ 1663/2018 κρίνει έγκυρο τον όρο αποπληρωμής (ισοτιμίας) ως δηλωτικό όρο, ενώ αφήνει «ανοιχτό», ως πρόωρο, εν προκειμένω, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των συγκεκριμένων δανειοληπτών, το ζήτημα για τον αντίστοιχο όρο σε περίπτωση καταγγελίας, με το -κατά τη γνώμη μου σωστό- σκεπτικό ότι το επίδικο δάνειο εξυπηρετείται ακόμα και δεν έχει καταγγελθεί. Κατά την απόφαση, ακόμα κι αν ήταν άκυρος ο όρος (αποπληρωμής) λόγω αδιαφάνειας, θα εφαρμοζόταν απευθείας η ΑΚ 291 οδηγώντας στο ίδιο αποτέλεσμα. Εδώ η απόφαση παραβλέπει ότι η ΑΚ 291 προυποθέτει έγκυρη συναλλαγματική συμφωνία.

β. Η απόφαση δέχεται ότι πολλοί δανειοληπτες (όπως και οι συγκεκριμένοι: απόφοιτοι τεχνικού λυκείου με ιδιότητες ηλεκτρονικού και νοσοκόμας, νοικοκυρά) γνώριζαν τον συναλλαγματικό κίνδυνο αλλά τον “υποτίμησαν”, προστρέχοντας οι ίδιοι στην τράπεζα επειδή το επιτόκιο του δανείου σε ευρώ ήταν πολύ υψηλό ώστε να επωφεληθούν από το χαμηλότερο επιτόκιο του δανείου σε ελβετικό φράγκο, και κατ' επέκταση από τις χαμηλότερες μηνιαίες δόσεις. Έτσι, όμως, το Εφετείο παραβλέπει τον κοινό τόπο ότι την επιθετική πρωτοβουλία και πρακτική για την εξάπλωση τέτοιων δανείων την είχαν, κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, οι τράπεζες και όχι οι δανειολήπτες η ενημέρωση των οποίων είναι αποδεικτέα, κατά περίπτωση. 

γ. Ωστόσο, παρά τις ανωτέρω σκέψεις, είναι η πρώτη φορά που Ελληνικό Δικαστήριο και μάλιστα το Εφετείο Θεσ/κης, ΤΟΛΜΗΣΕ και διόρθωσε συγκεκριμένα («ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΕ»), κατά τις ΑΚ 388, 288, επίδικη σύμβαση δανείου ελβετικού φράγκου. Για την αναπροσαρμογή χρησιμοποίησε ορθά ως οδηγό και σημείο αναφοράς την πρόσφατη Οδηγία 2014/17 για την ενυπόθηκη στεγαστική πίστη. Σύμφωνα με την Οδηγία αυτήν (ν. 4438/2016), αν η διαφορά της ισοτιμίας ξεπεράσει το 20% σε σχέση με τον χρόνο εκταμίευσης, η τράπεζα υποχρεούται να ειδοποιεί τον δανειολήπτη για να μπορεί αυτός να ασκήσει το δικαίωμα (που πρέπει να έχει) για μετατροπή του δανείου στο δικό του νόμισμα.

Το Δικαστήριο, δεχόμενο εδώ ότι η διακύμανση ξεπέρασε κατά πολύ το αναμενόμενο και από τις δύο πλευρές μέτρο, τέμνει τη διαφορά, με βάση την σκέψη ότι και η τράπεζα έχει αντίστοιχα δανεισθεί σε ελβετικό φράγκο (αμφίβολο, βέβαια, αν κάτι τέτοιο ή έστω ο τρόπος που δανείσθηκε αποδείχθηκαν στην συγκεκριμένη περίπτωση), άρα δεν θα πρέπει να υποστεί ζημία μέσω της μείωσης του δανειακού κεφαλαίου που της οφείλεται. Εδώ θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι η προσέγγιση των δικαστών θυμίζει πολύ προσέγγιση που (ενδεχομένως) θα ακολουθούσε και ένας Άγγλος δικαστής (floodgates argument, public policy reasons) σε αντίστοιχη περίπτωση.

Έτσι, το Εφετείο, φαίνεται να επιλέγει μια μέση οδό, μια διέξοδο. Αφαιρεί (ή μειώνει) από την τράπεζα μόνο το κέρδος της από τον τόκο, το περιθώριο κέρδους της. Αυτό, όμως, δεν είναι λίγο. 

Η ανωτέρω απόφαση είναι σημαντική και ιστορική, διότι με τον τρόπο αυτόν και οι ισολογισμοί των τραπεζών παραμένουν ανεπηρέαστοι αφού δεν «γράφουν» ζημιές από την τυχόν μείωση ανεξόφλητου κεφαλαίου που τους οφείλεται (ζήτημα σημαντικό απ’όλες τις απόψεις), και οι δανειολήπτες, ιδίως μακροπρόθεσμων δανείων (20-30 έτη), εξοικονομούν τους τόκους που θα πλήρωναν και περιορίζουν έτσι σε μεγάλο βαθμό, τη ζημιά τους από την διακύμανση, χωρίς, παράλληλα, κανένας να τους αφαιρεί και το δικαίωμα, μελλοντικά, να «γυρίσουν» το δάνειο σε ευρώ, π.χ. σε ενδεχόμενες συνθήκες ευνοικότερης ισοτιμίας σε σχέση με τον χρόνο εκταμίευσης. Μάλιστα, ανάλογα με τις συνθήκες που θα επικρατήσουν στην αγορά συναλλάγματος κάποιοι δανειολήπτες ενδέχεται να “βγουν” τελικά και κερδισμένοι σε σχέση με το αν είχαν λάβει δάνειο εξαρχής σε ευρώ.

Συμπερασματικά, η ΕφΘεσ 1663/2018 δεν είναι μια τέλεια απόφαση, είναι όμως μια απόφαση που προσπάθησε να μοιράσει τον κίνδυνο, και αναμφίβολα δίνει μία διέξοδο, μία εναλλακτική, τόσο για τους δανειολήπτες όσο και σε δικαστές που ίσως να ήταν “εγκλωβισμένοι” στα νομικά ζητήματα που έχουν μονοπωλήσει μέχρι σήμερα τη νομολογία των δανείων του ελβετικού φράγκου. Κατά την γνώμη μου, η ΕφΘεσ 1663/2018  θα αποτελέσει σίγουρα “οδηγό” για άμεσες εξελίξεις στη νομολογία του ελβετικού φράγκου, ενώ σε κάθε περίπτωση αποτελεί ήδη ένα επιπλέον όπλο υπερ των δανειοληπτών ελβετικού φράγκου.

Η απόφαση παρατίθεται στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://drive.google.com/…/1GzVWeqBnaOYa_4KLj6G26P1lde…/view