Η χρήση του διεθνούς δικαίου ως διαπραγματευτικού εργαλείου στην Τραπεζική Ένωση: Η περίπτωση του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης

International law as a negotiation tool in Banking Union; the case of the Single Resolution Fund

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

18/01/2018 - 17:54

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ:

23/01/2018 - 14:59

Περίληψη

Το 2010, οπότε και η Ευρωπαϊκή Ένωση κλήθηκε να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση (καταρχάς τραπεζική και εν συνεχεία κρίση χρέους),  υπήρχε παντελής έλλειψης ευρωπαϊκών οργάνων και κανόνων που θα ρύθμιζαν τυχόν εθνικές οικονομικές ανισορροπίες. Η εποπτεία και η εξυγίανση τραπεζών αποτελούσε εθνική αρμοδιότητα και μοναδική κοινή συνισταμένη μεταξύ των κρατών μελών υπήρξε πως η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των διαφορετικών εθνικών αρχών θα αποτελούσε τη λύση σε τυχόν μελλοντική κρίση.

Η κρίση κατέδειξε πως η όποια συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών σε καιρούς κρίσης δεν ήταν επαρκής, αλλά υπήρχε ανάγκη για ενιαία κεντρική – σε ευρωπαϊκό επίπεδο – αντιμετώπιση των ζητημάτων της εποπτείας και της εξυγίανσης των τραπεζών.

Η ανάγκη αυτή υπήρξε εντονότερη εντός της Ευρωζώνης λόγω της διασύνδεσης των διαφορετικών οικονομιών μέσω του κοινού νομίσματος. Στα πλαίσια αυτά, τέθηκε σε εφαρμογή ο Κανονισμός 806/2014 που προέβλεπε τη δημιουργία ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης (Single Resolution Mechanism) και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης (Single Resolution Fund).

Ενώ, ωστόσο, το Ταμείο συστάθηκε με βάση το ευρωπαϊκό δίκαιο, η συμφωνία μεταφοράς των χρημάτων σε αυτό έγινε με βάση το διεθνές δίκαιο, όντας διακρατική συμφωνία εκτός του νομοθετικού πλαισίου της Ε.Ε. Την ίδια στιγμή, ήδη 4 χρόνια μετά τις πρώτες νομοθετικές πρωτοβουλίες της Ένωσης, δεν έχει επέλθει συμφωνία για μια κοινή ευρωπαϊκή ασπίδα προστασίας των καταθετών σε περίπτωση τραπεζικής κρίσης. Παράλληλα, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (European Stability Mechanism) έχει συσταθεί και λειτουργεί καταρχήν επίσης με βάση το διεθνές δίκαιο.

Είναι επομένως, σαφές ότι οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία ελλόχευε τον κίνδυνο δημοσιονομικών επιπτώσεων σε εθνικό επίπεδο, κρίθηκε σκόπιμο είτε να ρυθμιστεί εκτός του πλαισίου της Ε.Ε. είτε δεν ρυθμίστηκε ποτέ. Και ενώ, πράγματι, η χρήση διακρατικών συμφωνιών αντί του ευρωπαϊκού δικαίου μπορεί να παρουσιάζει πρακτικά πλεονεκτήματα – ευελιξία, οικονομία χρόνου, κλπ – ανάλογα την περίπτωση, εντούτοις στην περίπτωση του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης τέτοιοι λόγοι μοιάζουν να απουσιάζουν.

Ως εκ τούτου, στα πλαίσια του παρόντος αναλύουμε τα νομικά, οικονομικά και πολιτικά κίνητρα μιας τέτοιας επιλογής, και καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η ευελιξία που παρέχει η χρήση διακρατικών συμφωνιών και η αλληλεξάρτηση μεταξύ των διαφορετικών ευρωπαϊκών μηχανισμών και ταμείων καθιστούν τα εθνικά κράτη κυρίαρχα στη χάραξη οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών, ενώ παράλληλα ελαχιστοποιούν την παρουσία των ευρωπαϊκών οργάνων και μηχανισμών ελέγχου, με ότι κινδύνους μπορεί αυτό να συνεπάγεται για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. 

To cite this article: Ioannis G. Asimakopoulos (2018): International law as a negotiation tool in Banking Union; the case of the Single Resolution Fund, Journal of Economic Policy Reform,

DOI: 10.1080/17487870.2018.1424631

To link to this article: https://doi.org/10.1080/17487870.2018.1424631

Ιωάννης Ασημακόπουλος

Διδακτορικές σπουδές

University of Luxembourg & Max Planck Institute Luxembourg

send