logo-print

Δάνεια σε ελβετικό: Καταχρηστικές ρήτρες υπολογισμού σε ελβετικό φράγκο και δίκαιο ΕΕ

Γιατί η απόφαση εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους δανειολήπτες σε ελβετικό στην Ελλάδα

16/10/2019

13/11/2019

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τη δημοσιευθείσα στις 3-10-2019 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται ότι σε συμβάσεις δανείου που έχουν συναφθεί στην Πολωνία και οι οποίες περιέχουν ρήτρα υπολογισμού σε ξένο νόμισμα, οι καταχρηστικές ρήτρες που αφορούν τον επιλεγέντα μηχανισμό της μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα δεν επιτρέπεται, βάσει της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ [οδηγία σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές], να αντικατασταθούν από διατάξεις γενικού χαρακτήρα του πολωνικού αστικού δικαίου.

Επιπλέον, σύμφωνα με το ΔΕΕ, εάν, στην περίπτωση που απαλειφθούν οι καταχρηστικές ρήτρες, επηρεασθεί το κύριο αντικείμενο των εν λόγω συμβάσεων, υπό την έννοια ότι δεν θα στηρίζονται πλέον στη μετατροπή του εγχώριου νομίσματος στο εν λόγω νόμισμα, ενώ το επιτόκιο θα εξακολουθεί να στηρίζεται στο χαμηλότερο επιτόκιο που ισχύει για το ίδιο αυτό ξένο νόμισμα, το δίκαιο της ΕΕ δεν αντιτίθεται στην ακύρωση των συμβάσεων αυτών.

Σημείωση συντακτικής ομάδας: Η απόφαση εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους δανειολήπτες σε ελβετικό στην Ελλάδα. Πρόσφατα η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου εξέδωσε απόφαση στην οποία την απασχόλησαν συναφή ζητήματα (καταχρηστικότητα όρων, δηλωτικός όρος που επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ και ερμηνεία Οδηγίας 93/13/ΕΚ), με την απόφαση να εμφανίζει διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με το Δικαστήριο της ΕΕ. Αξίζει να σημειωθεί ότι εθνικά δικαστήρια σε αρκετές χώρες της ΕΕ, μεταξύ των οποίων η Πολωνία και η Ουγγαρία, έχουν στείλει προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ αναφορικά με παρόμοιες υποθέσεις, σε αντίθεση με τα ελληνικά δικαστήρια. Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύλλογος Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου ενημέρωσε μόλις πριν λίγες ημέρες ότι υπέβαλε σχετικό αίτημα στο Εφετείο Αθηνών. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων ή/και η συνεκτίμηση των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις αυτές θα πρέπει να εξεταστεί ενδελεχώς από τα ελληνικά δικαστήρια.

Ιστορικό της υπόθεσης

Στις 14 Νοεμβρίου 2008 οι δανειολήπτες συνήψαν, ως καταναλωτές, σύμβαση ενυπόθηκου δανείου με τη Raiffeisen Bank. Η σύμβαση αυτή ήταν εκπεφρασμένη σε πολωνικά ζλότι (PLN), αλλά με ρήτρα υπολογισμού σε αξία ξένου νομίσματος, ήτοι σε ελβετικό φράγκο (CHF), η δε διάρκεια του δανείου αυτού ήταν 480 μήνες (40 έτη).

Οι κανόνες περί μετατροπής του εγχώριου νομίσματος στο εν λόγω ξένο νόμισμα καθορίζονταν από τον κανονισμό περί χορηγήσεως ενυπόθηκων δανείων που χρησιμοποιούσε η Raiffeisen και ο οποίος ενσωματώθηκε στην εν λόγω σύμβαση.

Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι η διάθεση του επίμαχου στην κύρια δίκη δανείου πραγματοποιείται σε PLN επί τη βάσει συναλλαγματικής ισοτιμίας τουλάχιστον ίσης προς την τιμή αγοράς PLN-CHF η οποία μνημονεύεται στο δελτίο συναλλαγματικών ισοτιμιών που εφαρμόζεται στην εν λόγω τράπεζα κατά τον χρόνο αποδεσμεύσεως των κεφαλαίων, το δε εισέτι ανεξόφλητο ποσό του δανείου αυτού εκφράζεται σε CHF βάσει της ισοτιμίας αυτής. Επιπλέον, κατά τον κανονισμό, οι μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής του εν λόγω δανείου εκφράζονται σε CHF και αφαιρούνται από τον τραπεζικό λογαριασμό σε PLN κατά την ημερομηνία κατά την οποία τα ποσά αυτά καθίστανται ληξιπρόθεσμα, αυτή τη φορά βάσει της τιμής πωλήσεως PLN-CHF που αναγράφεται στο εν λόγω δελτίο συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Το επιτόκιο του επίμαχου στην κύρια δίκη δανείου είχε καθορισθεί επί τη βάσει κυμαινόμενου επιτοκίου, το οποίο οριζόταν ως το άθροισμα του επιτοκίου αναφοράς LIBOR CHF 3M και του συνήθους περιθωρίου κέρδους της Raiffeisen.

Οι δανειολήπτες άσκησαν αγωγή ενώπιον του Sąd Okręgowy w Warszawie (πρωτοδικείου περιφέρειας Βαρσοβίας, Πολωνία) με κύριο αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης στην κύρια δίκη συμβάσεως δανείου, για τον λόγο ότι οι ρήτρες που αφορούν τον μηχανισμό μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα είναι, κατά την άποψή τους, καταχρηστικές δυνάμει της οδηγίας σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (οδηγία 93/13/ΕΟΚ). Συναφώς, υποστηρίζουν ότι οι ρήτρες αυτές είναι παράνομες καθόσον επιτρέπουν στη Raiffeisen να καθορίζει ελεύθερα και αυθαίρετα τη συναλλαγματική ισοτιμία. Κατά συνέπεια, η τράπεζα αυτή καθόριζε μονομερώς το ύψος του υπολοίπου του δανείου αυτού που ήταν εκπεφρασμένο σε CHF, καθώς και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που ήταν εκπεφρασμένο σε PLN. Άπαξ καταργηθούν οι εν λόγω ρήτρες, θα είναι αδύνατο να καθοριστεί η προσήκουσα συναλλαγματική ισοτιμία, οπότε η σύμβαση δεν θα μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται.

Επικουρικώς, ισχυρίζονται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση δανείου θα μπορούσε να εκτελεστεί χωρίς τις ρήτρες αυτές επί τη βάσει του ποσού του εκπεφρασμένου σε PLN δανείου και του προβλεπόμενου στη σύμβαση αυτή επιτοκίου που στηρίζεται στο κυμαινόμενο επιτόκιο LIBOR και στο σύνηθες περιθώριο κέρδους της τράπεζας.

Το δικαστήριο αυτό διερωτάται, παραπέμποντας στην απόφαση του Δικαστηρίου Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13), με την οποία το Δικαστήριο είχε αποφανθεί ότι ο εθνικός δικαστής μπορεί να εφαρμόζει αντί καταχρηστικής ρήτρας διάταξη του εθνικού δικαίου προκειμένου να αποκαθιστά την ισορροπία μεταξύ των αντισυμβαλλομένων και να διατηρεί το κύρος της συμβάσεως, αν, μετά την απάλειψή τους οι καταχρηστικοί όροι μπορούν να αντικαθίστανται με εθνικές διατάξεις οι οποίες δεν είναι ενδοτικού δικαίου, αλλά γενικού χαρακτήρα και οι οποίες παραπέμπουν σε κανόνες κοινωνικής συμβιώσεως και σε συναλλακτικά ήθη.

Το αιτούν δικαστήριο, διερωτάται ακόμα εάν η οδηγία 93/13/ΕΟΚ του επιτρέπει να κρίνει ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται χωρίς τις ρήτρες αυτές για τον λόγο ότι η απάλειψή τους θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της φύσεως του κυρίου αντικειμένου της εν λόγω συμβάσεως, καθώς στην περίπτωση αυτή η επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση δανείου δεν θα στηριζόταν πλέον στη μετατροπή του εγχώριου νομίσματος στο εν λόγω νόμισμα, ενώ το επιτόκιο θα εξακολουθούσε να στηρίζεται στο χαμηλότερο επιτόκιο που ισχύει για το ίδιο αυτό ξένο νόμισμα.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο επισημαίνει, καταρχάς, ότι η δυνατότητα αντικαταστάσεως, όπως εισήχθη με την απόφαση Kásler και Káslerné Rábai και η οποία αποτελεί εξαίρεση από τον γενικό κανόνα κατά τον οποίον η επίμαχη σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους μόνον εάν μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες που περιέχει, περιορίζεται στις εθνικές διατάξεις που είναι ενδοτικού δικαίου ή που εφαρμόζονται σε περίπτωση συμφωνίας των συμβαλλόμενων ερείδεται, μεταξύ άλλων, στην εκτίμηση ότι οι διατάξεις αυτές θεωρούνται μη περιέχουσες καταχρηστικές ρήτρες

Οι διατάξεις αυτές απηχούν την ισορροπία που θέλησε να καθιερώσει ο εθνικός νομοθέτης μεταξύ του συνόλου των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε ορισμένες συμβάσεις για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι συμβαλλόμενοι είτε δεν απέκλεισαν τον βασικό κανόνα τον οποίο προβλέπει ο εθνικός νομοθέτης για τις οικείες συμβάσεις είτε επέλεξαν ρητώς τη δυνατότητα εφαρμογής κανόνα θεσπισθέντος από τον εθνικό νομοθέτη προς τούτο. Εντούτοις, οι πολωνικές διατάξεις γενικού χαρακτήρα δεν φαίνεται να έχουν αποτελέσει το αντικείμενο ειδικής εκτιμήσεως του νομοθέτη προς επίτευξη της ισορροπίας αυτής, οπότε οι διατάξεις αυτές δεν καλύπτονται από το τεκμήριο μη καταχρηστικού χαρακτήρα.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τέτοιες διατάξεις δεν επιτρέπεται να συμπληρώσουν τα κενά συμβάσεως, τα οποία προκαλούνται λόγω της απαλείψεως των καταχρηστικών ρητρών που περιέχονται σε αυτή.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, δεδομένου ότι η εν λόγω δυνατότητα αντικαταστάσεως χρησιμεύει για να διασφαλίσει την εκπλήρωση της προστασίας του καταναλωτή, διαφυλάσσοντας τα συμφέροντά του κατά των ενδεχομένως επιζήμιων συνεπειών που μπορεί να προκύψουν από την ακύρωση της επίμαχης συμβάσεως στο σύνολό της, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι συνέπειες αυτές πρέπει κατ’ ανάγκη να εκτιμώνται σε σχέση με τις υφιστάμενες ή δυνάμενες να προβλεφθούν κατά τον χρόνο της διαφοράς περιστάσεις.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η οδηγία 93/13/ΕΟΚ δεν έχει ως σκοπό την ακύρωση όλων των συμβάσεων που περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αλλά την αντικατάσταση της τυπικής ισορροπίας που εγκαθιδρύει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία, δυνάμενη να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα, με τη διευκρίνιση ότι η επίμαχη σύμβαση πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξακολουθήσει να υφίσταται χωρίς άλλη τροποποίηση πλην της προκύπτουσας από την απάλειψη των καταχρηστικών ρητρών. Εάν η τελευταία αυτή προϋπόθεση πληρούται, η επίμαχη σύμβαση μπορεί, δυνάμει της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, να διατηρηθεί σε ισχύ κατά το μέτρο που, βάσει των κανόνων του εσωτερικού δικαίου, η διατήρηση σε ισχύ της συμβάσεως χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες είναι νομικώς εφικτή.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, στην περίπτωση της απάλειψης των ρητρών που αφορούν τον επιλεγέντα μηχανισμό της μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα, η επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση δανείου δεν θα στηριζόταν πλέον στη μετατροπή του εγχώριου νομίσματος στο εν λόγω νόμισμα, ενώ το επιτόκιο θα εξακολουθούσε να στηρίζεται στο χαμηλότερο επιτόκιο που ισχύει για το ίδιο αυτό ξένο νόμισμα. Μια τέτοια μεταβολή, η οποία θα επηρέαζε το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως αυτής, φαίνεται πως είναι νομικά αδύνατη κατά το πολωνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, η οδηγία 93/13/ΕΟΚ δεν αντιτίθεται στην ακύρωση της επίμαχης συμβάσεως από το πολωνικό δικαστήριο.

Πρόσθετα, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η ακύρωση των προσβαλλόμενων από τους δανειολήπτες ρητρών θα οδηγούσε όχι μόνο στην απάλειψη του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα καθώς και της διαφοράς συναλλαγματικής ισοτιμίας, αλλά, εμμέσως, και στην εξαφάνιση του συναλλαγματικού κινδύνου, ο οποίος συνδέεται άμεσα με τη σύνδεση του επίμαχου στην κύρια δίκη δανείου με ξένο νόμισμα. Υπενθυμίζει δε ότι οι ρήτρες που αφορούν τον συναλλαγματικό κίνδυνο καθορίζουν το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως δανείου, οπότε η αντικειμενική δυνατότητα της διατηρήσεως σε ισχύ της επίμαχης στην κύρια δίκη συμβάσεως δανείου φαίνεται, υπό τις περιστάσεις αυτές, αβέβαιη.

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η οδηγία 93/13/ΕΟΚ δεν φτάνει μέχρι του σημείου να καταστήσει υποχρεωτικό το σύστημα προστασίας από τη χρήση καταχρηστικών ρητρών εκ μέρους των επαγγελματιών το οποίο καθιερώνει υπέρ των καταναλωτών. Κατά συνέπεια, όταν ο καταναλωτής επιλέγει να μην επικαλεσθεί το εν λόγω σύστημα προστασίας, το σύστημα αυτό δεν εφαρμόζεται. Έτσι, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι ο καταναλωτής πρέπει να έχει το δικαίωμα να αντιτάσσεται στην προστασία του, κατ’ εφαρμογήν του ίδιου αυτού συστήματος, από τις επιζήμιες συνέπειες που προκαλούνται από την ακύρωση της συμβάσεως στο σύνολό της, όταν δεν επιθυμεί να επικαλεσθεί την προστασία αυτή.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

Σύνδεση στο Lawspot

Enter your e-mail address or username.
Enter the password that accompanies your e-mail.
Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
logo

Δεν έχετε λογαριασμό;

Μπορείτε να εγγραφείτε στο Lawspot ανεξαρτήτως ιδιότητας, ως δικηγόρος, συμβολαιογράφος ή και απλός χρήστης, συμπληρώνοντας τη σχετική φόρμα εδώ.

Αν είστε δικηγόρος, με την εγγραφή σας στο Lawspot.gr κερδίζετε σημαντικά οφέλη. Δείτε αναλυτικές πληροφορίες εδώ.

send