logo-print

Δικαιούνται αποζημίωση οι επιβάτες σε περίπτωση ματαίωσης πτήσης λόγω απεργίας συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού του αερομεταφορέα;

Απόφαση Δικαστηρίου ΕΕ: «Τέτοια απεργία με σκοπό την αύξηση μισθών δεν συνιστά “έκτακτη περίσταση” που επιφέρει απαλλαγή από την υποχρέωση αποζημίωσης του αερομεταφορέα»

24/03/2021

26/03/2021

Ευρωπαϊκό εργατικό δίκαιο

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΖΕΡΔΕΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΣΑΔΗΡΑΣ

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος 

Με τη δημοσιευθείσα στις 23-03-2021 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι απεργία που πραγματοποιείται από συνδικαλιστική οργάνωση του προσωπικού αερομεταφορέα με σκοπό μεταξύ άλλων σε αύξηση μισθών δεν εμπίπτει στην έννοια της «έκτακτης περίστασης» η οποία μπορεί να απαλλάξει την αεροπορική εταιρία από την υποχρέωσή της για την καταβολή αποζημίωσης λόγω ματαίωσης ή σημαντικής καθυστέρησης των οικείων πτήσεων. 

Πρόσθετα, το ΔΕΕ επισήμανε ότι το ίδιο ισχύει ακόμη και εάν η απεργία πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το ΔΕΕ με την απόφασή του αυτή αποκλίνει ουσιωδώς από την άποψη που διατύπωσε προσφάτως ο γεν. εισαγγελέας ΔΕΕ Priit Pikamäe με τις δημοσιευθείσες επί της υποθέσεως προτάσεις του. Συγκεκριμένα, ο γεν. εισαγγελέας είχε προτείνει στο ΔΕΕ να αποφανθεί ότι απεργία που πραγματοποιείται από συνδικαλιστικές οργανώσεις των χειριστών αεροσκάφους συνιστά, καταρχήν, «έκτακτη περίσταση» η οποία μπορεί να απαλλάξει την αεροπορική εταιρία από την υποχρέωσή της για την καταβολή αποζημίωσης λόγω ματαίωσης ή σημαντικής καθυστέρησης των οικείων πτήσεων. Ο γεν. εισαγγελέας είχε ακόμα διευκρινίσει ότι για να απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή, η αεροπορική εταιρία πρέπει να αποδείξει ότι έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί μια τέτοια ματαίωση ή καθυστέρηση της πτήσης.

Ιστορικό της υπόθεσης

Ένας επιβάτης κράτησε θέση σε πτήση από το Μάλμε με προορισμό την Στοκχόλμη (Σουηδία) που έπρεπε να πραγματοποιηθεί από την Scandinavian Airlines System Denmark – Norway – Sweden (SAS) στις 29 Απριλίου 2019, αλλά ματαιώθηκε την ίδια ημέρα λόγω απεργίας των χειριστών αεροσκαφών της SAS στη Νορβηγία, στη Σουηδία και στη Δανία.

Μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τους χειριστές αεροσκαφών της SAS, οι οποίες στόχευαν στη σύναψη νέας συλλογικής σύμβασης με τον εν λόγω αερομεταφορέα, οι οργανώσεις αυτές κάλεσαν τα μέλη τους σε απεργία. Η απεργία αυτή διήρκησε επτά ημέρες και οδήγησε στη ματαίωση από την SAS πολλών πτήσεων, μεταξύ των οποίων και της προγραμματισμένης πτήσης του ενδιαφερόμενου επιβάτη.

Η Airhelp, στην οποία ο εν λόγω επιβάτης εκχώρησε τις τυχόν αξιώσεις του έναντι της SAS, προσέφυγε ενώπιον του Attunda Tingsrätt (πρωτοδικείου Attunda, Σουηδία), ζητώντας αποζημίωση βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 [κανονισμός για τη θέσπιση κοινών κανόνων αποζηµίωσης των επιβατών αεροπορικών µεταφορών και παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση άρνησης επιβίβασης και µαταίωσης ή µεγάλης καθυστέρησης της πτήσης], λόγω ματαίωσης της πτήσης. Εν προκειμένω, η SAS αρνήθηκε να καταβάλει την αποζημίωση, θεωρώντας ότι η απεργία αυτή συνιστούσε «έκτακτη περίσταση», κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, καθώς δεν συνδεόταν αναπόσπαστα με την κανονική άσκηση της δραστηριότητάς της για παροχή υπηρεσιών αερομεταφορέα και διέφευγε ​​του αποτελεσματικού ελέγχου της. Από την πλευρά της, η Airhelp εκτιμούσε ότι αυτή η απεργία δεν συνιστούσε τέτοια «έκτακτη περίσταση», δεδομένου ότι οι συλλογικές εργατικές διαφορές, όπως οι απεργίες, που μπορεί να προκύψουν κατά τις διαπραγματεύσεις και τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων, εντάσσονται στο πλαίσιο της συνήθους διαχείρισης μιας αεροπορικής εταιρίας.

Το πρωτοδικείο Attunda έχει αμφιβολίες σχετικά με το ζήτημα εάν η έννοια «έκτακτη περίσταση», κατά την έννοια του κανονισμού, περιλαμβάνει απεργία που ανακοινώνεται από οργανώσεις εργαζομένων κατόπιν προειδοποίησης, πραγματοποιείται νόμιμα και έχει σκοπό σε αύξηση μισθών. Ειδικότερα, δυνάμει του σουηδικού δικαίου, η προειδοποίηση αυτή πρέπει γίνεται προ επτά τουλάχιστον εργασίμων ημερών από την έναρξη της απεργίας.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο, καταρχάς, επεσήμανε ότι η έννοια της «έκτακτης περίστασης» στον κανονισμό (ΕΚ) 261/2004 περιλαμβάνει συμβάντα τα οποία πληρούν δύο προϋποθέσεις αθροιστικά, η πλήρωση των οποίων θα πρέπει να ελέγχεται κατά περίπτωση, ιδίως, πρώτον, δεν θα πρέπει να είναι εγγενείς, ως προς τη φύση ή την αιτία τους, στην κανονική άσκηση δραστηριότητας ενός αερομεταφορέα και, δεύτερον, θα πρέπει να βαίνουν πέραν του πραγματικού ελέγχου του1. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ακόμα ότι η έννοια θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, πρώτον, ο κανονισμός στοχεύει στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των δικαιωμάτων των επιβατών αεροπορικών μεταφορών και, δεύτερον, ότι η εξαίρεση από την υποχρέωση δυνάμει του κανονισμού περί αποζημίωσης συνιστά παρέκκλιση από την αρχή ότι οι επιβάτες αεροπορικών μεταφορών δικαιούνται αποζημίωση.  

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον η απεργία η οποία πραγματοποιείται κατόπιν ειδοποίησης από συνδικαλιστική οργάνωση του προσωπικού πραγματικού αερομεταφορέα, σε συμμόρφωση με την περίοδο ειδοποίησης που επιβάλλει η εθνική νομοθεσία, η οποία στοχεύει στη διεκδίκηση των αξιώσεων των εργαζομένων του εν λόγω αερομεταφορέα και στην οποία συμμετέχουν μία ή περισσότερες κατηγορίες προσωπικού αναγκαίου για την πραγματοποίηση πτήσεων δύναται να συνιστά «έκτακτη περίσταση» κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004. 

Ως προς το ερώτημα κατά πόσον η επίμαχη απεργία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως συμβάν το οποίο δεν είναι εγγενές στην κανονική άσκηση της δραστηριότητας ενός αερομεταφορέα, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το δικαίωμα της προσφυγής σε συλλογικές δράσεις, συμπεριλαμβανομένης της απεργίας, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συναφώς, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι μία απεργία, ως ένας εκ των τρόπων με τους οποίους η συλλογική διαπραγμάτευση μπορεί να εκδηλωθεί καθαυτή, θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα συμβάν εγγενές στην κανονική άσκηση της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξάρτητα των συγκεκριμένων στοιχείων της επίμαχης αγοράς εργασίας ή της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας σχετικά με την εφαρμογή αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος. Η ερμηνεία αυτή θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου ο εργοδότης είναι πραγματικός αερομεταφορέας, καθώς τα μέτρα σχετικά με τις συνθήκες εργασίας και τα ζητήματα αμοιβής του προσωπικού ενός τέτοιου αερομεταφορέα εμπίπτουν στη συνήθη διαχείριση των δραστηριοτήτων του. Επομένως, μία απεργία της οποίας ο στόχος περιορίζεται στο αίτημα αύξησης του μισθού των πιλότων από τον αερομεταφορέα, της αλλαγής στα ωράρια εργασίας και τη μεγαλύτερη προβλεψιμότητα αναφορικά με τις ώρες εργασίας συνιστά συμβάν το οποίο είναι εγγενές στην κανονική άσκηση της δραστηριότητας του αερομεταφορέα, συγκεκριμένα στην περίπτωση όπου μία απεργία πραγματοποιείται εντός νομικού πλαισίου.     

Ως προς το ερώτημα κατά πόσον η επίμαχη απεργία θα μπορούσε να βαίνει εξ ολοκλήρου πέραν του πραγματικού ελέγχου του αερομεταφορέα, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι, δεδομένου ότι το δικαίωμα στην απεργία συνιστά δικαίωμα των εργαζομένων το οποίο κατοχυρώνεται στον Χάρτη, κάθε εργοδότης μπορεί να προβλέψει και αναμένει την πραγματοποίηση μίας απεργίας, ιδίως στις περιπτώσεις όπου έχει προηγηθεί ειδοποίηση

Δεύτερον, επειδή ο εργοδότης μπορεί να προβλέψει την απεργία, διατηρεί τον έλεγχο επί των συμβάντων καθόσον έχει, καταρχήν, τα μέσα να προετοιμαστεί για την απεργία και, ενδεχομένως και να μετριάσει τις επιπτώσεις της. Στο πλαίσιο αυτό, όπως κάθε εργοδότης, ένας πραγματικός αερομεταφορέας που βρίσκεται αντιμέτωπος με απεργία του προσωπικού του η οποία βασίζεται σε αιτήματα σχετικά με τις εργασιακές και μισθολογικές συνθήκες δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ελέγχει καθόλου την εν λόγω δράση.  

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το Δικαστήριο, μία απεργία από το προσωπικό ενός πραγματικού αερομεταφορέα που συνδέεται με αιτήματα σχετικά με την εργασιακή σχέση μεταξύ του αερομεταφορέα και του προσωπικού του τα οποία μπορούν να εξετασθούν στο πλαίσιο ενός διαλόγου μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων εντός της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των διαπραγματεύσεων για τις αμοιβές, δεν εμπίπτει στην  έννοια της «έκτακτης περίστασης» κατά τα οριζόμενα στον κανονισμό (ΕΚ) 261/2004.

Τρίτον, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι, σε αντίθεση με συμβάντα των οποίων η αιτία είναι «εσωτερική» προς τον πραγματικό αερομεταφορέα, τα συμβάντα των οποίων η αιτία είναι «εξωτερική» δεν ελέγχονται από τον αερομεταφορέα, επειδή προκαλούνται από κάποιο φυσικό γεγονός ή από κάποια ενέργεια τρίτου μέρους, όπως στην περίπτωση που άλλος αερομεταφορέας ή δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας επεμβαίνει στις πτήσεις ή τη δραστηριότητα του αεροδρομίου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η αναφορά στην αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004 σε έκτακτες περιστάσεις οι οποίες μπορούν να συντρέχουν στην περίπτωση απεργιών που επηρεάζουν τη λειτουργία του πραγµατικού αεροµεταφορέα, θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι σχετίζεται με απεργίες εξωτερικές στη δραστηριότητα του εν λόγω αερομεταφορέα, όπως οι απεργίες από τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας ή το προσωπικό του αεροδρομίου. Αντιθέτως, μία απεργία η οποία πραγματοποιείται με τη συμμετοχή μελών του προσωπικού της ίδιας της αεροπορικής εταιρίας συνιστά συμβάν «εσωτερικό» προς την επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης απεργίας που πραγματοποιείται κατόπιν ειδοποίησης από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, καθώς αυτές ενεργούν προς το συμφέρον των εργαζομένων της επιχείρησης αυτής. Εντούτοις, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, εάν μία τέτοια απεργία οφείλεται σε αιτήματα τα οποία μπορεί να ικανοποιήσει μόνο το Δημόσιο, ενδέχεται να συνιστά «έκτακτη περίσταση», καθώς βαίνει πέραν του ελέγχου του αερομεταφορέα.

Τέταρτον, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιχειρηματική ελευθερία του αερομεταφορέα (άρθρο 16 του Χάρτη), το δικαίωμα ιδιοκτησίας του (άρθρο 17 του Χάρτη) και το δικαίωμά του στη διαπραγμάτευση (άρθρο 28 του Χάρτη) δεν υφίστανται βλάβη επειδή η επίμαχη απεργία δεν εντάσσεται στην κατηγορία των «έκτακτων περιστάσεων» κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 261/2004. Αναφορικά με το δικαίωμα στη διαπραγμάτευση, το γεγονός ότι, λόγω απεργίας μελών του προσωπικού του που πραγματοποιείται εντός νομικού πλαισίου, αντιμετωπίζει τον κίνδυνο  να καταβάλλει την οφειλόμενη στους επιβάτες αποζημίωση για τη ματαίωση πτήσης, δεν υποχρεώνει έναν αερομεταφορέα να κάνει πλήρως δεκτά, χωρίς προηγούμενη συζήτηση, τα αιτήματα των απεργών. Ο αερομεταφορέας μπορεί να συνεχίσει να επιδιώκει τη διασφάλιση των συμφερόντων της επιχείρησης, προκειμένου να επιτύχει έναν ικανοποιητικό για όλους τους κοινωνικούς εταίρους συμβιβασμό. Σχετικά με την επιχειρηματική ελευθερία του αερομεταφορέα και το δικαίωμα ιδιοκτησίας του, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι δεν είναι απόλυτα δικαιώματα και ότι η σημασία του σκοπού της προστασίας των καταναλωτών (άρθρο 169 ΣΛΕΕ και άρθρο 38 του Χάρτη), συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των επιβατών των αεροπορικών μεταφορών, μπορεί συνεπώς να δικαιολογήσει ακόμα και σημαντικές αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις για ορισμένους οικονομικούς φορείς. 

Εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι απεργία η οποία πραγματοποιείται κατόπιν ειδοποίησης συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού πραγματικού αερομεταφορέα, σε συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει εθνική νομοθεσία, συγκεκριμένα την περίοδο ειδοποίησης που επιβάλλει, η οποία στοχεύει στη διεκδίκηση των αξιώσεων των εργαζομένων του εν λόγω αερομεταφορέα και στην οποία συμμετέχει κατηγορία προσωπικού αναγκαίου για την πραγματοποίηση πτήσεων, δεν εμπίπτει στην έννοια της «έκτακτης περίστασης», όπως αυτή προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) 261/2004.

Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

 

  • 1. Βλ. σχετικά,αποφάσεις του ΔΕΕ, Wallentin-Hermann, C-549/07, παράγραφος 23, van der Lans, C-257/14, παράγραφος 36, Krüsemann κ.α., C-195/17, C-197/17 έως C-203/17, C-226/17, C-228/17, C-254/17, C-274/17, C-275/17, C-278/17 έως C-286/17 και C-290/17 έως C-292/17, παράγραφοι 32 και 34, καθώς και Transportes Aéros Portugueses, C-74/19, παράγραφος 37.
Νομοθεσία εργατική και ασφαλιστική 2020

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΔΙΚΑΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

ΛΑΝΑΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Διαδικασία στα μικτά ορκωτά δικαστήρια

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ / ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΦΟΥΣΑΣ