logo-print

Δικαστήριο ΕΕ: Καταδίκη του Ηνωμένου Βασιλείου για παράβαση του ενωσιακού δικαίου κατόπιν έκδοσης απόφασης του Supreme Court of the United Kingdom μετά το Brexit

Συμφωνία για το Brexit – Μεταβατική περίοδος – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Εκτέλεση διαιτητικής απόφασης που επιδικάζει αποζημίωση – Απόφαση της Επιτροπής με την οποία η καταβολή της αποζημίωσης χαρακτηρίζεται κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά – Καλόπιστη συνεργασία – Υποχρέωση αναστολής της διαδικασίας – Εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης – Υποχρέωση υποβολής στο Δικαστήριο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

15/03/2024

15/03/2024

Πολιτειολογία
Δικαιοδοσία και Εκτέλεση επί διασυνοριακών ευρπωαϊκών οικογενειακών διαφορών

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τη δημοσιευθείσα στις 14.03.2024 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έκρινε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παραβίασε το δίκαιο της ΕΕ ως αποτέλεσμα απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου του, η οποία εκδόθηκε μετά την αποχώρησή του από την ΕυρωπαΪκή Ένωση.

Ιστορικό της υπόθεσης

Στις 26 Αυγούστου 2004 η Ρουμανία αποφάσισε να καταργήσει, από τις 22 Φεβρουαρίου 2005, ένα καθεστώς περιφερειακών κρατικών ενισχύσεων το οποίο είχε θεσπιστεί το 1998 υπό τη μορφή της παροχής φορολογικών κινήτρων. Στις 28 Ιουλίου 2005 οι Σουηδοί επενδυτές Ioan και Viorel Micula και τρεις ελεγχόμενες από αυτούς εταιρίες εγκατεστημένες στη Ρουμανία –που είχαν επωφεληθεί του καθεστώτος αυτού πριν από την κατάργησή του– ζήτησαν τη σύσταση διαιτητικού δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 7 της διμερούς επενδυτικής συμφωνίας (ΔΕΣ) μεταξύ της Σουηδίας και της Ρουμανίας σχετικά με την προώθηση και την αμοιβαία προστασία των επενδύσεων, η οποία συνήφθη στις 29 Μαΐου 2002 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2003, προκειμένου να λάβουν αποζημίωση για τη ζημία την οποία υπέστησαν από την ανάκληση του επίμαχου καθεστώτος φορολογικών κινήτρων.

Με διαιτητική απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2013, το διαιτητικό δικαστήριο έκρινε ότι η Ρουμανία, καταργώντας το επίμαχο καθεστώς φορολογικών κινήτρων πριν από την 1η Απριλίου 2009, προσέβαλε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επενδυτών, δεν ενήργησε με διαφάνεια, επειδή δεν τους ενημέρωσε εγκαίρως, και δεν διασφάλισε δίκαιη και ισότιμη μεταχείριση των επενδύσεών τους, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, της ΔΕΣ. Ως εκ τούτου, το διαιτητικό δικαστήριο υποχρέωσε τη Ρουμανία να καταβάλει στους επενδυτές αποζημίωση ύψους 791.882.452 ρουμανικών λέι (RON) (περίπου 160 εκατομμυρίων ευρώ με την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία).

Στις 26 Μαΐου 2014 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2014) 3192 final, με την οποία απαίτησε από τη Ρουμανία να αναστείλει αμέσως κάθε πράξη που θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή ή την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, καθώς μια τέτοια πράξη θα θεωρούνταν παράνομη κρατική ενίσχυση, μέχρι η Επιτροπή να λάβει τελική απόφαση επί της συμβατότητας της εικαζόμενης ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά (εντολή αναστολής).

Την 1η Οκτωβρίου 2014 η Επιτροπή ενημέρωσε τη Ρουμανία για την απόφασή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ σχετικά με την εικαζόμενη ενίσχυση (απόφαση κίνησης της διαδικασίας).

Στη συνέχεια, στις 30 Μαρτίου 2015, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση (ΕΕ) 2015/1470, της 30ής Μαρτίου 2015, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.38517 (2014/C) (πρώην 2014/NN) την οποία έθεσε σε εφαρμογή η Ρουμανία – Διαιτητική απόφαση Μicula κατά Ρουμανίας της 11ης Δεκεμβρίου 2013 (τελική απόφαση του 2015). Η απόφαση αυτή προέβλεπε, κατ’ ουσίαν, ότι i) η καταβολή της αποζημίωσης η οποία επιδικάστηκε με τη διαιτητική απόφαση στους επενδυτές συνιστούσε «κρατική ενίσχυση», κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η οποία ήταν ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά, και ii) ότι η Ρουμανία όφειλε να μην καταβάλει καμία ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά ενίσχυση, καθώς και να ανακτήσει κάθε τέτοια ενίσχυση που είχε ήδη καταβληθεί στους επενδυτές.

Οι επενδυτές αμφισβήτησαν το κύρος της τελικής απόφασης του 2015 ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο, με την απόφαση της 18ης Ιουνίου 2019, European Food κ.λπ. κατά Επιτροπής, ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής. Κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τους λόγους ακυρώσεως με τους οποίους οι επενδυτές προέβαλαν i) αναρμοδιότητα της Επιτροπής και μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης σε κατάσταση προγενέστερη της προσχώρησης της Ρουμανίας στην Ένωση, και ii) σφάλμα όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της διαιτητικής απόφασης ως «πλεονεκτήματος» και ως «ενίσχυσης», κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ.

Στις 27 Αυγούστου 2019 η Επιτροπή άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου ενώπιον του Δικαστηρίου. Με απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2022, το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι η προβαλλόμενη ενίσχυση χορηγήθηκε μετά την προσχώρηση της Ρουμανίας στην Ένωση και ότι, κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια ratione temporis να εκδώσει την τελική απόφαση του 2015. Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε, επίσης, σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η απόφαση Achmea δεν ασκούσε επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση. Εξ αυτών το Δικαστήριο συνήγαγε ότι η συναίνεση που είχε παράσχει η Ρουμανία για την εφαρμογή του συστήματος διαιτησίας που προβλέπεται στη ΔΕΣ κατέστη ανεφάρμοστη μετά την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε, στην απόφασή του, όλους τους λόγους που είχαν προβληθεί από τους επενδυτές, το Δικαστήριο ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να αποφανθεί εκ νέου. Μέχρι σήμερα, η υπόθεση αυτή εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

Τέλος, με τη διάταξη της 21ης Σεπτεμβρίου 2022, Romatsa κ.λπ., το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί προδικαστικής παραπομπής από βελγικό δικαστήριο στο πλαίσιο διαφοράς που αφορούσε τους επενδυτές, έκρινε ότι τα άρθρα 267 ΣΛΕΕ και 344 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ασκήθηκε μέσο ένδικης προστασίας στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης «οφείλει να μην την εφαρμόσει και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να την εκτελέσει προκειμένου να παράσχει στους δικαιούχους τη δυνατότητα να εισπράξουν την αποζημίωση που τους επιδικάστηκε με τη διαιτητική αυτή απόφαση».

Στις 17 Οκτωβρίου 2014 η διαιτητική απόφαση καταχωρίστηκε στο High Court of England and Wales (ανώτερο δικαστήριο Αγγλίας και Ουαλίας), σύμφωνα με τις διατάξεις του Arbitration (International Investment Disputes) Act 1966 [νόμου του 1966 περί διαιτησίας (διεθνείς επενδυτικές διαφορές)], με τον οποίο έχει τεθεί σε εφαρμογή η σύμβαση  για τον διακανονισμό διαφορών από επενδύσεις μεταξύ κρατών και υπηκόων άλλων κρατών, η οποία συνήφθη στην Ουάσιγκτον στις 18 Μαρτίου 1965 (σύμβαση ICSID) στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στις 20 Ιανουαρίου 2017 το High Court (Blair J) [ανώτερο δικαστήριο (δικαστής Blair)] απέρριψε την ανακοπή της Ρουμανίας κατά της καταχώρισης, αλλά έκανε δεκτή την αίτησή της για αναστολή της εκτέλεσης της αποφάσεως μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία ενώπιον του ενωσιακού δικαστή. Στη συνέχεια, στις 27 Ιουλίου 2018, το Court of Appeal (Arden, Hamblen and Leggatt LJJ) [εφετείο (Αγγλία και Ουαλία) (δικαστές Arden, Hamblen και Leggatt)] έκρινε ότι, βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας που καθιερώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, τα αγγλικά δικαστήρια δεν είχαν τη δυνατότητα να διατάξουν την άμεση εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, εφόσον απόφαση της Επιτροπής απαγόρευε στη Ρουμανία να καταβάλει την επιδικασθείσα αποζημίωση. Με βάση το σκεπτικό αυτό, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την ασκηθείσα από τους επενδυτές έφεση κατά της αναστολής της εκτέλεσης την οποία είχε διατάξει το High Court (ανώτερο δικαστήριο), διατάσσοντας ωστόσο τη Ρουμανία να καταβάλει εγγύηση.

Με την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2020, Micula κατά Ρουμανίας (επίμαχη απόφαση), το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) διέταξε την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Στηριζόμενο στο άρθρο 351, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης διεπόταν από τη σύμβαση ICSID, πολυμερή συνθήκη προγενέστερη της προσχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που επέβαλλε στο Ηνωμένο Βασίλειο υποχρεώσεις των οποίων την εκπλήρωση μπορούν να απαιτήσουν τρίτες χώρες που είναι συμβαλλόμενα μέρη της.

Στις 3 Δεκεμβρίου 2020 η Επιτροπή απηύθυνε προειδοποιητική επιστολή στο Ηνωμένο Βασίλειο, προβάλλοντας τέσσερις παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες απέρρεαν από την επίμαχη απόφαση. Με την απάντησή του στην προειδοποιητική επιστολή, με ημερομηνία 1 Απριλίου 2021, το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβήτησε τις προβαλλόμενες παραβάσεις.

Καθώς η Επιτροπή δεν πείστηκε από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν με την απάντηση στην προειδοποιητική επιστολή, απηύθυνε προς το Ηνωμένο Βασίλειο, στις 17 Ιουλίου 2021, αιτιολογημένη γνώμη. Με επιστολή της 23ης Αυγούστου 2021, το Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησε συμπληρωματική προθεσμία για να απαντήσει στην αιτιολογημένη γνώμη, την οποία και χορήγησε η Επιτροπή. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη.

Με το δικόγραφο της προσφυγής της, το οποίο κατατέθηκε στις 29 Ιουλίου 2022, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, επιτρέποντας την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στην υπόθεση ICSID αριθ. ARB/05/20, παρέβη τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει:

από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 127, παράγραφος 1, της συμφωνίας αποχώρησης, κατά το μέρος που το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάνθηκε επί της ερμηνείας του άρθρου 351, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και επί της εφαρμογής του όσον αφορά την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, παρότι το ίδιο ζήτημα, αφενός, είχε ήδη κριθεί με προγενέστερες αποφάσεις της Επιτροπής οι οποίες ίσχυαν ακόμα και, αφετέρου, εκκρεμούσε προς εκδίκαση ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης,

– από το άρθρο 351, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 127, παράγραφος 1, της συμφωνίας αποχώρησης, κατά το μέρος που το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως τις φράσεις «δικαιώματα [μίας] ή περισσοτέρων τρίτων χωρών» και «θίγονται από τις Συνθήκες»,

από τα στοιχεία αʹ και βʹ του πρώτου εδαφίου και από το τρίτο εδάφιο του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 127, παράγραφος 1, της συμφωνίας αποχώρησης, κατά το μέρος που το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) παρέλειψε να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα σχετικό με το κύρος της απόφασης της Επιτροπής του 2014 περί αναστολής, καθώς και της απόφασης της Επιτροπής του 2014 περί κίνησης της διαδικασίας, και κατά το μέρος που, ως δικαιοδοτικό όργανο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, παρέλειψε να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία πράξεως του δικαίου της Ένωσης η οποία δεν συνιστούσε ούτε acte clair ούτε acte éclairé και

από το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 127, παράγραφος 1, της συμφωνίας αποχώρησης, κατά το μέρος που το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) διέταξε τη Ρουμανία να παραβεί τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης, όπως απορρέουν από την απόφαση αναστολής του 2014 και την απόφαση κίνησης της διαδικασίας του 2014.

Επισημαίνεται ότι η ιδιαιτερότητα της υποθέσεως εν προκειμένω έγκειται στο ότι οι προβαλλόμενες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης δεν αποδίδονται σε δικαστήριο κράτους μέλους, αλλά σε δικαστήριο το οποίο –κατά τον χρόνο έκδοσης της επίμαχης απόφασης, δεδομένης της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit)– υπαγόταν σε τρίτο κράτος, ήτοι το Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου).

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, με την απόφαση του Supreme Court of the United Kingdom (Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου), της 19ης Φεβρουαρίου 2020, στην υπόθεση Micula v Romania, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ καθώς και από το άρθρο 108, παράγραφος 3, από το άρθρο 267, πρώτο και τρίτο εδάφιο, και από το άρθρο 351, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 127, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, η οποία υιοθετήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 2019.

Γίνεται υπόμνηση ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, κατά αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου. Καταρχήν, η άσκηση αναιρέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εάν κριθεί παραδεκτή και βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς. Σε αντίθετη περίπτωση, αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο δεσμεύεται από την απόφαση που εξέδωσε κατ' αναίρεση το Δικαστήριο.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ: Τα ομολογιακά δάνεια μετά τον ν. 4548/2018
Η απόλυση υπό όρο στην ποινική νομοθεσία των ναρκωτικών

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΉΜΕΣ / ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΠΑΥΛΟΣ ΤΟΠΑΛΝΑΚΟΣ

send