logo-print

Η ανάκτηση της τουρκικής ιθαγένειας μπορεί να οδηγήσει σε αυτόματη απώλεια της γερμανικής ιθαγένειας στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης; (απόφαση Δικαστηρίου ΕΕ)

Αυτοδίκαιη απώλεια της ιθαγένειας του κράτους μέλους και της ιθαγένειας της Ένωσης – Δυνατότητα να ζητηθεί η διατήρηση της ιθαγένειας του κράτους μέλους πριν από την κτήση της ιθαγένειας τρίτης χώρας – Ατομική εξέταση των συνεπειών της απώλειας της ιθαγένειας του κράτους μέλους από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης

27/04/2024

02/05/2024

Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα - 5η έκδοση καλλιτεχνικό

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ & ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ / ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Το εφαρμοστέο δίκαιο ως προς τις έννομες συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων - Μελέτες ΕΡΜΕΚ Νο 11

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος 

Με τη δημοσιευθείσα στις 25.04.2024 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αποκλείει, κατ' αρχήν, την αυτόματη απώλεια της γερμανικής ιθαγένειας σε περίπτωση ανάκτησης της τουρκικής ιθαγένειας.

Εντούτοις, σύμφωνα με το ΔΕΕ, όταν η απώλεια αυτή ενδέχεται να έχει ως συνέπεια και την απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης, πρέπει να είναι δυνατή η διενέργεια ατομικής εξέτασης των συνεπειών της απώλειας αυτής για τον ενδιαφερόμενο.

Ιστορικό της υπόθεσης

Ορισμένοι Τούρκοι υπήκοοι προσέβαλαν ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου την απώλεια της γερμανικής ιθαγένειάς τους, την οποία απέκτησαν με πολιτογράφηση το 1999. Για να γίνουν Γερμανοί, έπρεπε να παραιτηθούν από την τουρκική ιθαγένεια Ωστόσο, μετά την πολιτογράφησή τους στη Γερμανία, και συγκεκριμένα μετά την 1η Ιανουαρίου 2000, οι ίδιοι απέκτησαν εκ νέου την τουρκική ιθαγένεια με δική τους αίτηση. Ως αποτέλεσμα μιας τροποποίησης της γερμανικής νομοθεσίας η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2000, η ανάκτηση αυτή της τουρκικής ιθαγένειας είχε ως αποτέλεσμα την αυτόματη απώλεια της γερμανικής ιθαγένειας. 

Εντούτοις, επισημαίνεται ότι η απώλεια αυτή δεν θα είχε επέλθει εάν ο ενδιαφερόμενος, αφού ανέκτησε την τουρκική ιθαγένεια, είχε ζητήσει και λάβει άδεια από από τις γερμανικές αρχές να διατηρήσει τη γερμανική ιθαγένεια. Εξάλλου, η απόκτηση ιθαγένειας άλλου κράτους μέλους της ΕΕ, της Ελβετίας ή κράτους με το οποίο η Γερμανία έχει συνάψει διεθνή συνθήκη, δεν συνεπάγεται την απώλεια της γερμανικής ιθαγένειας.

Το γερμανικό δικαστήριο διατήρησε αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της αυτόματης απώλειας της γερμανικής ιθαγένειας με το δίκαιο της ΕΕ. Δεδομένου ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους, συνεπάγεται επίσης την απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης και συνεπώς του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε ολόκληρη την Ένωση. Ως εκ τούτου, το γερμανικό δικαστήριο υπέβαλε ερωτήματα στο Δικαστήριο σχετικά.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο επισήμανε1​ ότι εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να καθορίσει τις προϋποθέσεις απόκτησης και απώλειας της ιθαγένειας. Εάν, ωστόσο, όπως εν προκειμένω, η απώλεια της ιθαγένειας συνεπάγεται και την απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη ορισμένες απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης, ιδίως η αρχή της αναλογικότητας.

Το δίκαιο της Ένωσης δεν αποκλείει, κατ' αρχήν, ένα πρόσωπο που αποκτά οικειοθελώς την ιθαγένεια τρίτου κράτους να χάνει αυτομάτως την ιθαγένεια του οικείου κράτους μέλους και, κατά συνέπεια, και την ιθαγένεια της Ένωσης. Είναι θεμιτό για ένα κράτος μέλος να επιθυμεί να προστατεύσει την ειδική σχέση αλληλεγγύης και καλής πίστης μεταξύ αυτού και των υπηκόων του, καθώς και την αμοιβαιότητα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων, που αποτελούν τον θεμέλιο λίθο του δεσμού της ιθαγένειας.

Ωστόσο, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από τις εθνικές αρχές και τα δικαστήρια να εξετάσουν αν η απώλεια της ιθαγένειας της ΕΕ έχει δυσανάλογες συνέπειες -σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από τον εθνικό νομοθέτη σκοπό- για τον ίδιο. Σε αυτή την περίπτωση, το εν λόγω πρόσωπο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει την ιθαγένειά του και, κατά συνέπεια, την ιθαγένεια της Ένωσης ή, εφόσον απαιτείται, να ανακτήσει με αναδρομική ισχύ.

Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

  • 1. Βλ. αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann, C-135/08, της 12ης Μαρτίου 2019, Tjebbes κ.λπ., C-221/17, και της 5ης Σεπτεμβρίου 2023, Udlændinge- og Integrationsministeriet (Απώλεια της δανικής ιθαγένειας), C-689/21.
Το δικαίωμα υπαναχώρησης στην Πνευματική Ιδιοκτησία - Συμβολές Αστικού Δικαίου Νο 13 21
Η διόρθωση ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, 2η έκδ., 2024
send