Παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ ελληνικού δικαστηρίου σε υπόθεση οικογενειακού δικαίου (Κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα)

Η κατάθεση της αίτησης από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα θεωρείται ανεπιφύλακτη αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας - Το «συμφέρον του παιδιού» δεν αποτελεί αυτοτελές στοιχείο (γεν. εισαγγελέας ΔΕΕ)

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ:

Lawspot.gr

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

07/12/2017 - 13:55

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ:

15/12/2017 - 14:40

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα: Η αποδοχή παρέκτασης διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ ελληνικού δικαστηρίου σε υπόθεση οικογενειακού δικαίου συντελείται και μόνο με τη σιωπή του εισαγγελέα Πρωτοδικών κατά την επίδοση της σχετικής αίτησης

Η κατάθεση της αίτησης από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα θεωρείται ανεπιφύλακτη αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας – Το «συμφέρον του παιδιού» δεν αποτελεί αυτοτελές στοιχείο (γεν. εισαγγελέας ΔΕΕ)

Στις 6-12-2017 δημοσιεύθηκαν οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Evgeni Tanchev, σε υπόθεση ελληνικού ενδιαφέροντος η οποία περιήλθε στο ΔΕΕ κατόπιν υποβολής προδικαστικού ερωτήματος από το Ειρηνοδικείο Λέρου και αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία σε υπόθεση οικογενειακού δικαίου και δη την παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 12, παράγραφος 3, στοιχείο β’ του κανονισμού (ΕΕ) 2201/2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας (γνωστός και ως Κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα).

Ειδικότερα, όπως επισημαίνει στις προτάσεις του ο γεν. εισαγγελέας, οσάκις δικαιούχος γονικής μέριμνας καταθέτει αίτηση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, απλώς και μόνον η κατάθεση της αιτήσεως συνεπάγεται την εκ μέρους του εν λόγω διαδίκου ανεπιφύλακτη αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους αυτού, κατά την έννοια του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα.

Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα της αποστολής του εισαγγελέα πρωτοδικών στο πλαίσιο της εκουσίας δικαιοδοσίας, η εκ μέρους του σιωπηρή συναίνεση κατά την επίδοση αντιγράφου της αιτήσεως των γονέων με σημείωση για τον προσδιορισμό της δικασίμου στην οποία δικαιούται να συμμετάσχει πρέπει να θεωρηθεί επαρκής για να συναχθεί από αυτήν ανεπιφύλακτη αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας.

Τέλος, το «συμφέρον του παιδιού», το οποίο αφορά επί της ουσίας το δικονομικό συμφέρον του παιδιού, στο πλαίσιο του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα δεν αποτελεί αυτοτελές στοιχείο, αλλά περισσότερο υπόμνηση της αρχής που διέπει το σύνολο των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας κατά τον κανονισμό αυτό.

Διαβάστε επίσης: Δικαστήριο ΕΕ: Σημαντικές διευκρινίσεις για τη «συνήθη διαμονή» τέκνου και την «παράνομη κατακράτηση»

Ιστορικό της υποθέσεως

Οι Alessandro Saponaro και Καλλιόπη-Χλόη Ξυλινά, έχουν τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους Κλειώς‑Μαργκώ Σαπονάρο. Τα ως άνω τρία πρόσωπα έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Ρώμη (Ιταλία). Το δε παιδί έχει την ελληνική ιθαγένεια.

Ο παππούς του παιδιού από τη μητρική γραμμή Μιχαήλ Ξυλινάς ζούσε στην Ελλάδα, όπου απεβίωσε στις 10 Μαΐου 2015 χωρίς να αφήσει διαθήκη. Δεδομένου ότι η σύζυγος και τα τέκνα του αποποιήθηκαν την κληρονομία, αυτή επάγεται στην εγγονή του, Κλειώ‑Μαργκώ.

Η κληρονομιαία περιουσία του Μιχαήλ Ξυλινά περιλαμβάνει κατ’ ουσίαν δύο περιουσιακά στοιχεία, ένα αυτοκίνητο και μία βάρκα, τα οποία βρίσκονται στην Ελλάδα και των οποίων η συνολική αξία ανέρχεται στα 900 ευρώ.

Τον Απρίλιο του 2015, μετά την καταδίκη του θανόντος με απόφαση ποινικού δικαστηρίου για απόπειρα απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η παθούσα από την εν λόγω αξιόποινη πράξη απείλησε ότι θα ασκούσε αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων ζητώντας αποζημίωση. Δεδομένου ότι ο Μιχαήλ Ξυλινάς απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, την ευθύνη για την καταβολή αποζημιώσεως που ενδεχομένως θα επιδικασθεί τη φέρουν οι κληρονόμοι του.

Κατά συνέπεια, οι αιτούντες κίνησαν τη διαδικασία για τη χορήγηση άδειας αποποιήσεως κληρονομίας για λογαριασμό της ανήλικης κόρης τους, καταθέτοντας σχετική αίτηση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου (Ειρηνοδικείο Λέρου, Ελλάδα).

Το εν λόγω δικαστήριο διερωτάται αν έχει διεθνή δικαιοδοσία και ζητεί, στο πλαίσιο του άρθρου 12, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ. του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν: α)  υπάρχει ανεπιφύλακτη συμφωνία παρέκτασης εκ μέρους των γονέων με μόνη την κατάθεση της αίτησης ενώπιον του ελληνικού δικαστηρίου, β) είναι ο εισαγγελέας πρωτοδικών ένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη που θα πρέπει να συμφωνούν με την παρέκταση κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, δεδομένου ότι κατά το ελληνικό δίκαιο είναι εκ του νόμου διάδικος στη σχετική δίκη, και γ) είναι προς το συμφέρον του τέκνου η παρέκταση, δεδομένου ότι το ίδιο και οι αιτούντες γονείς του έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ιταλία, ενώ η κατοικία του κληρονομουμένου κατά τον χρόνο του θανάτου και η κληρονομιά βρίσκονται στην Ελλάδα.

Προτάσεις του γεν. εισαγγελέα

Με τις δημοσιευθείσες προτάσεις του, ο γεν. εισαγγελέας Evgeni Tanchev εκτιμά, καταρχάς, ότι, η διεθνής δικαιοδοσία του αιτούντος δικαστηρίου θα κριθεί αποκλειστικά και μόνο βάσει του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα.

Ο γενικός εισαγγελέας διευκρινίζει ότι εφόσον το ανήλικο τέκνο εν προκειμένω έχει την ελληνική ιθαγένεια, πληρούται σαφώς η προϋπόθεση περί υπάρξεως στενής σχέσεως του παιδιού με το κράτος μέλος του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα. Μάλιστα, ο εν λόγω παράγοντας αρκεί αφ’ εαυτού, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη επιπλέον δεσμών με το κράτος μέλος του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου.

Ο γενικός εισαγγελέας προσθέτει ότι μολονότι η βούληση να εκδοθεί απόφαση επί ζητήματος που ετέθη ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ασφαλώς και δεν συνιστά αφ’ εαυτής ρητή αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας του εν λόγω δικαστηρίου, υποδηλώνει πάντως ανεπιφύλακτα την εν λόγω αποδοχή.

Ο γενικός εισαγγελέας ισχυρίζεται ότι οσάκις δικαιούχος γονικής μέριμνας καταθέτει αίτηση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, απλώς και μόνον η κατάθεση της αιτήσεως συνεπάγεται την εκ μέρους του εν λόγω διαδίκου ανεπιφύλακτη αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους αυτού, κατά την έννοια του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα.

Ο γενικός εισαγγελέας διαπιστώνει δε ότι εφόσον και οι δύο γονείς του παιδιού στην επίμαχη υπόθεση κατέθεσαν από κοινού την αίτηση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στο πλαίσιο της ιδίας και της αυτής δίκης, τούτο πρέπει να γίνει δεκτό ότι συνιστά ανεπιφύλακτη αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας.

Ο γενικός εισαγγελέα διατυπώνει το συμπέρασμα ότι, απλώς και μόνον η κατάθεση αιτήσεως ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους με το οποίο το παιδί έχει στενή σχέση σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα συνεπάγεται την εκ μέρους των αιτούντων ανεπιφύλακτη αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας του εν λόγω δικαστηρίου.

Στη συνέχεια, ο γενικός εισαγγελέας ξεκαθαρίζει ότι το ζήτημα ποιος είναι ενδιαφερόμενο μέρος της διαδικασίας πρέπει να καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου. Ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα εναρμονίζει τη διεθνή δικαιοδοσία στις διαφορές γονικής μέριμνας. Δεν ρυθμίζει θέματα που έχουν τον χαρακτήρα προκρίματος σε σχέση με τις εν λόγω διαφορές και, εν γένει, δεν παρεμβαίνει στο δικονομικό δίκαιο των κρατών μελών.

Ο γενικός εισαγγελέας διευκρινίζει πως θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, βάσει του ελληνικού εθνικού δικαίου και τις διευκρινίσεις που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, ο εισαγγελέας θεωρείται διάδικος στη σχετική δίκη. Επιπλέον, η θέση του εισαγγελέα σε δίκη της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως εν προκειμένω, κατά την περιγραφή του αιτούντος δικαστηρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί ως θέση παθητικού παρατηρητή, που διαθέτει δικαίωμα ενημερώσεως και την εξουσία να ασκεί τα δικονομικά δικαιώματα διαδίκου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

Κατά τον γενικό εισαγγελέα, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα της αποστολής του εισαγγελέα, η εκ μέρους του σιωπηρή συναίνεση πρέπει να θεωρηθεί επαρκής για να συναχθεί από αυτήν ανεπιφύλακτη αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας, στον βαθμό που του έχει κοινοποιηθεί αντίγραφο της αιτήσεως των γονέων με σημείωση για τον προσδιορισμό της δικασίμου στην οποία δικαιούται να συμμετάσχει, αφού σε αυτή την περίπτωση θα είναι σε θέση να παρέμβει αναλόγως εφόσον το επιθυμεί και να αντιταχθεί στην εκ μέρους των γονέων επιλογή των ελληνικών δικαστηρίων.

Στο σημείο αυτό, ο γενικός εισαγγελέας ξεκαθαρίζει ότι, όσον αφορά  τον χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να λαμβάνει χώρα η εκ μέρους του εισαγγελέα αποδοχή της διεθνούς δικαιοδοσίας, η αποδοχή πρέπει να καθίσταται σαφής κατά το αρχικό στάδιο της δίκης, ήτοι κατά τον χρόνο που οι διάδικοι στους οποίους επιδίδεται το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης είτε κάνουν χρήση των διαδικαστικών πράξεων που έχουν στη διάθεσή τους είτε μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν το πράττουν προ της παρελεύσεως της προθεσμίας εντός της οποίας απαιτείται να προβούν στις εν λόγω διαδικαστικές πράξεις.

Ο γενικός εισαγγελέας συνάγει ότι εφόσον ο εισαγγελέας στην υπό κρίση υπόθεση δεν προέβη σε κάποια ενέργεια αφότου ενημερώθηκε προσηκόντως για την αίτηση που συνιστά ανεπιφύλακτη αποδοχή εκ μέρους των γονέων της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, αποδέχθηκε, ως εκ τούτου, σιωπηρά με ανεπιφύλακτο τρόπο τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων. Ακόμα, εφόσον δεν παρενέβη στο πλαίσιο της πρώτης διαδικαστικής πράξεως στην παρούσα διαδικασία, ο εισαγγελέας δεν μπορεί να αξιοποιήσει το δικαίωμά του προς άσκηση ένδικων μέσων προκειμένου να ανατρέψει την εν λόγω αποδοχή σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.

Ο γενικός εισαγγελέας συμπεραίνει ότι, ο εισαγγελέας ο οποίος κατά το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου είναι ενδιαφερόμενο μέρος της διαδικασίας πρέπει να αποδεχθεί τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου έχει κατατεθεί η αίτηση, κάτι το οποίο μπορεί να πράξει με σιωπηρή συναίνεση κατά την επίδοση της αιτήσεως αυτής,

Τέλος, ο γενικός εισαγγελέας διατυπώνει την γνώμη ότι, το «συμφέρον του παιδιού» στο πλαίσιο του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα δεν αποτελεί αυτοτελές στοιχείο, αλλά περισσότερο υπόμνηση της αρχής που διέπει το σύνολο των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας κατά τον κανονισμό αυτό.

Σύμφωνα με τον γενικό εισαγγελέα, το κριτήριο της εγγύτητας εμπεριέχεται στο στοιχείο της ιθαγένειας. Εφόσον, επιπροσθέτως, τα ενδιαφερόμενα μέρη της διαδικασίας που επιδιώκουν τη χορήγηση άδειας αποποιήσεως κληρονομίας για λογαριασμό παιδιού, με σκοπό την προστασία του υπέρτερου συμφέροντός του, συνήθως οι γονείς του, καθώς και ο εισαγγελέας, αποδέχονται ανεπιφύλακτα τη διεθνή δικαιοδοσία του κράτους μέλους του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου, τότε, σε μια συνήθη υπόθεση, διασφαλίζεται το συμφέρον του παιδιού, που συνίσταται στο να μην εκδικασθεί η υπόθεσή του σε κράτος με το οποίο το παιδί δεν έχει καμία σχέση

Ο γενικός εισαγγελέας τονίζει επίσης ότι η μνεία του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού στο άρθρο 12, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα λειτουργεί απλώς ως υπενθύμιση προς το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως, ώστε να μην αγνοεί αυτό το θεμελιώδες κριτήριο που διέπει το σύνολο των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού και να ελέγχει αυτεπαγγέλτως και ενεργώς αν συντρέχει το κριτήριο αυτό, εξετάζοντας όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, προκειμένου να βεβαιωθεί, λαμβάνοντας υπόψη την όλη κατάσταση, εάν, λόγω έκτακτων περιστάσεων της προκειμένης υποθέσεως, οφείλει να αγνοήσει, κατ’ εξαίρεση, της εν λόγω διάταξης.

Ο γενικός εισαγγελέας επισημαίνει ακόμα ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας, το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού δεν αφορά την ουσία της υποθέσεως, αλλά αποκλειστικώς το συμφέρον του παιδιού από την άποψη της διεθνούς δικαιοδοσίας, ήτοι το δικονομικό του συμφέρον όσον αφορά το ζήτημα ποιας χώρας τα δικαστήρια είναι σε θέση να κρίνουν καλύτερα τη σχετική υπόθεση.

Ο γενικός εισαγγελέας προτείνει ότι η συνολική εκτίμηση του υπέρτερου συμφέροντος του ανηλίκου παιδιού της υπόθεσης εν προκειμένω εμπίπτει στις αρμοδιότητες του αιτούντος δικαστηρίου.

Ο γενικός εισαγγελέας καταλήγει ότι το κριτήριο του «υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού» δεν αποτελεί αυτοτελές στοιχείο, αλλά παρέχει στον δικαστή την εξουσία και την υποχρέωση να διορθώνει την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, σε μη συνήθεις υποθέσεις.

Υπενθυμίζεται ότι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο, ενώ η απόφαση θα εκδοθεί αργότερα.

Το πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στον ιστότοπο CURIA