Ηλεκτρονικό έγκλημα

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ:

Lawspot.gr

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

19/03/2014 - 15:58

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ:

16/11/2017 - 18:32

Με το διαδίκτυο και τις τεχνολογίες της πληροφορίας και των επικοινωνιών να εισχωρούν ολοένα και περισσότερο στην καθημερινότητα, πολλαπλασιάζονται, όχι μόνο οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, αλλά και οι κίνδυνοι εμφάνισης εγκληματικών δραστηριοτήτων.

Σύμφωνα με τη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, ως ηλεκτρονικό έγκλημα «θεωρούνται οι αξιόποινες εγκληματικές πράξεις  που τελούνται με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και συστημάτων επεξεργασίας δεδομένων και τιμωρούνται με συγκεκριμένες ποινές από την ελληνική νομοθεσία».

Διακρίσεις

Ο βασικός διαχωρισμός των ηλεκτρονικών εγκλημάτων γίνεται ανάμεσα σε αυτά που τελούνται με τη χρήση  Ηλεκτρονικών Υπολογιστών (computer crime) και σε όσα τελούνται μέσω του Διαδικτύου, τα λεγόμενα Κυβερνοεγκλήματα (cyber crime).

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην ελληνική νομοθεσία δεν υπάρχει νόμος που να αναφέρεται αποκλειστικά σε θέματα Διαδικτύου και να ρυθμίζει τη συμπεριφορά των χρηστών του Διαδικτύου από άποψη ποινικού δικαίου.

Ως εγκλήματα που τελούνται με τη χρήση Η/Υ (computer crimes) η ελληνική ποινική νομοθεσία ορίζει την παράνομη αντιγραφή απορρήτων δεδομένων (370Β ΠΚ), την παράνομη χρήση ή πρόσβαση σε προγράμματα ή στοιχεία Η/Υ, όπου περιλαμβάνεται και το hacking (370Γ ΠΚ), και την απάτη με υπολογιστή (386Α ΠΚ).  Στο βαθμό που τα εγκλήματα αυτά διαπράττονται και σε περιβάλλον Διαδικτύου (Κυβερνοεγκλήματα), τότε τα άρθρα αυτά εφαρμόζονται και στις συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Από την άλλη, ένας διαχωρισμός που ίσως βοηθήσει στην πληρέστερη κατανόηση των κυβερνοεγκλημάτων, μπορεί να γίνει με βάση το αν στοχεύουν απευθείας σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, π.χ. ιός Η/Υ, Denial of Services Attack, ή εάν διευκολύνονται από τη χρήση δικτύων και συσκευών υπολογιστών, με στόχο όμως διαφορετικό από αυτά, π.χ. απάτη, κλοπή ταυτότητας.

Συχνότερες μορφές

Το Κυβερνοέγκλημα μπορεί να πάρει πάρα πολλές μορφές, ενώ στην Ελλάδα οι κυριότερες είναι:

α. οι απάτες μέσω Διαδικτύου,

β. η παιδική πορνογραφία,

γ. το cracking και το hacking,

δ. η διακίνηση-πειρατεία  λογισμικού,

ε. τα εγκλήματα σχετικά με πιστωτικές κάρτες,

στ. η διακίνηση ναρκωτικών,

ζ. και τα εγκλήματα στα chat rooms.

Κάποια από τα Κυβερνοεγκλήματα μπορούν να τελεστούν και εκτός διαδικτύου, η ύπαρξη όμως ενός τόσο εκτενούς δικτύου υποβοηθάει σε μεγάλο βαθμό την τέλεσή τους. Για παράδειγμα η πορνογραφία ανηλίκων, η οποία υπάρχει και διώκεται ποινικά ακόμα και offline, έχει σημειώσει έξαρση λόγω της διάδοσης του διαδικτύου. Αντίστοιχα, πολλά εγκλήματα που διαπράττονται μέσω διαδικτύου διώκονται με βάση υπάρχουσες διατάξεις του ποινικού κώδικα, όπως η εξύβριση, η εκβίαση και η δυσφήμηση (απλή και συκοφαντική).

Χαρακτηριστικά

Το έγκλημα στον κυβερνοχώρο έχει χαρακτηριστικά που πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να γίνει καλύτερα κατανοητό. Είναι γρήγορο, μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε είναι συνδεδεμένος στο διαδίκτυο, ενώ είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί από και προς οποιοδήποτε σημείο στον πλανήτη.

Εξίσου σημαντικό είναι να υπάρξει ένας διαχωρισμός σε όσους διαπράττουν τέτοια εγκλήματα. Ένας πικραμένος πρώην που ανεβάζει υβριστικά status στο facebook δεν είναι σε καμιά περίπτωση το ίδιο με έναν cracker ή έναν διαδικτυακό απατεώνα.

Στην πρώτη περίπτωση μιλάμε για άτομα που δεν έχουν απαραίτητα ιδιαίτερες ικανότητες σε σχέση με Η/Υ, ενώ τα ζητήματα δικαιοδοσίας (π.χ. η επικοινωνία των ελληνικών αρχών με το Facebook) είναι σε ένα βαθμό ρυθμισμένα. Πολύ συχνά, όμως, οι κυβερνοεγκληματίες που προκαλούν τα σοβαρότερα προβλήματα σε κράτη, οργανισμούς και ιδιώτες, είναι άτομα ιδιαίτερα ευφυή, με γνώσεις και εξοπλισμό που καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο τον εντοπισμό τους.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στην Αγγλία, από τον Φεβρουάριο του 2001, οι  hackers, αναλόγως με τη σημασία του χτυπήματός του, μπορεί να θεωρηθούν τρομοκράτες. Αντίστοιχα στις ΗΠΑ, οποιαδήποτε πράξη μη εξουσιοδοτημένης  πρόσβασης σε Η/Υ θεωρείται τρομοκρατική και τιμωρείται, ανάλογα με τη σημασία της εισβολής, μέχρι και με ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα μείωσης της ποινής.

Ακόμα όμως κι αν εντοπιστούν τα άτομα αυτά, η σύλληψή τους συχνά επαφίεται στη συνεργασία μεταξύ των χωρών όπου εντοπίστηκε η δραστηριότητά τους και τη χώρα όπου βρίσκονται. Στην ουσία αυτό αποτελεί ένα από τα πιο μεγάλα εμπόδια για τις Αρχές που μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με συνεργασίες και χάραξη κοινών πλαισίων δράσης.

Εφαρμοστέο δίκαιο - Συνεργασίες

Στο διαδίκτυο υπάρχει –έστω φαινομενικά κάποιες φορές- ανωνυμία. Αυτό σημαίνει ότι για να διαπιστωθεί ο τόπος και η ταυτότητα κάποιου εγκληματία, απαιτείται όχι μόνο ιδιαίτερα ακριβός εξοπλισμός και γνώσεις, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις (ειδικά όσες αφορούν την εμπλοκή αρχών του εξωτερικού) αίτημα δικαστικής συνδρομής.

Ένα από τα σοβαρά ζητήματα του ηλεκτρονικού εγκλήματος είναι ο καθορισμός του τόπου τέλεσής του. Ένα απλό παράδειγμα: Ο εξυπηρετητής (server) όπου φιλοξενείται μια ιστοσελίδα με απάτες online dating βρίσκεται στη Ρωσία, ο διαχειριστής της στη Ρουμανία και οι δραστηριότητες της επεκτείνονται σε πολλές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα.

Θεωρητικά, ως τόπο τέλεσης εν προκειμένω μπορεί κανείς να θεωρήσει την Ελλάδα, δεδομένου ότι εδώ λαμβάνει χώρα η εξαπάτηση. Παρόλα αυτά, κάτι τέτοιο θα ήταν αναποτελεσματικό, καθώς όσο ο κάτοχος του server δεν παραβιάζει νόμους της χώρας όπου είναι εγκατεστημένος, οι πιθανότητες να πάψει να είναι οnline είναι ελάχιστες.

Η Ελληνική Αστυνομία συνεργάζεται με διάφορες οργανώσεις αλλά και συναρμόδιους φορείς, όπως η Europol, η Interpol, και μέσω αυτής με τις αρχές διαφόρων κρατών, όπως οι ΗΠΑ, η Ολλανδία, το Ισραήλ, η Ρουμανία και άλλες.

Αρκετές αλλαγές που θα συμβάλλουν στον πιο εύστοχο καθορισμό των κυβερνοεγκλημάτων αλλά και στη διεθνή συνεργασία, αναμένεται να φέρει η Συνθήκη της Βουδαπέστης για το Κυβερνοέγκλημα. Παρόλο που η εν λόγω συνθήκη έχει υπογραφεί από 50 χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, και είναι σε ισχύ από το 2004, εντούτοις δεν έχει επικυρωθεί ακόμα από τη χώρα μας. Η συνθήκη αυτή περιέχει εκτενείς αναφορές σε όλες τις μορφές του κυβερνοεγκλήματος, ενώ αποτελεί μια αρκετά καλή βάση για να αναπτυχθεί η συνεργασία μεταξύ των αρχών σε κρατικό επίπεδο πάνω σε τέτοια ζητήματα.