logo-print

Δημοσιεύθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ στην υπόθεση με διάδικο τον Berlusconi

Δικαστικός έλεγχος διοικητικών διαδικασιών απόκτησης ή αύξησης ειδικής συμμετοχής σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κράτους μέλους

20/12/2018

20/12/2018

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΣΑΔΗΡΑΣ

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΣΑΔΗΡΑΣ

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τη δημοσιευθείσα στις 19-12-2018 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται ότι το ίδιο, ως θεσμικό δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης, είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να εκτιμήσει αν η νομιμότητα της αποφάσεως της ΕΚΤ που εναντιώνεται στην απόκτηση ειδικής συμμετοχής στην Banca Mediolanum από τη Fininvest και τον S. Berlusconi θίγεται από τυχόν ελαττώματα των προπαρασκευαστικών πράξεων της Banca d’Italia (Τράπεζα της Ιταλίας).

Επιπλέον, το ΔΕΕ επισημαίνει ότι, ως προς τις διαδικασίες αυτές, οι οποίες διέπονται  από την οδηγία CRD (Capital Requirement Directive) IV , από τον κανονισμό EEM (Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού) και από τον κανονισμό για το πλαίσιο ΕΕΜ, τα ιταλικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ασκούν έλεγχο νομιμότητας επί των εκδιδόμενων από την Τράπεζα της Ιταλίας προπαρασκευαστικών πράξεων.

Σημειώνεται ότι στην απόφασή του αυτή το ΔΕΕ ακολουθεί σε γενικές γραμμές τις από 27-06-2018 δημοσιευθείσες προτάσεις του γεν. εισαγγελέα ΔΕΕ Campos Sánchez-Bordona.

Ιστορικό της υπόθεσης

Από τη δεκαετία του 1990, ο Silvio Berlusconi κατείχε, μέσω της Fininvest, περίπου το 30 % της Mediolanum, χρηματοοικονομικής εταιρίας συμμετοχών που ήλεγχε μεταξύ άλλων την τράπεζα Banca Mediolanum.

Κατόπιν της καταδίκης του S. Berlusconi για φοροδιαφυγή, η Banca d’Italia (Τράπεζα της Ιταλίας) και το Istituto per la Vigilanza sulle Assicurazioni (Ίδρυμα για την εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, Ιταλία) διαπίστωσαν το 2013 ότι ο S. Berlusconi είχε παύσει να εκπληρώνει τη σχετική με τα εχέγγυα ήθους απαίτηση την οποία προέβλεπε η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία και ότι κατά συνέπεια η συμμετοχή της Fininvest στη Mediolanum έπρεπε να μεταβιβαστεί κατά το μέτρο που υπερέβαινε το 9,999 %. Ο S. Berlusconi και η Fininvest προσέφυγαν ενώπιον των ιταλικών διοικητικών δικαστηρίων και δικαιώθηκαν από το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία). Με αμετάκλητη απόφαση της 3ης Μαρτίου 2016, το Consiglio di Stato ακύρωσε την απόφαση της Banca d’Italia λόγω παραβιάσεως της αρχής της μη αναδρομικότητας, στο μέτρο που είχε επεκτείνει την εφαρμογή της νέας εθνικής νομοθεσίας που θέσπιζε κριτήρια εχεγγύων ήθους σε συμμετοχές προγενέστερες της ενάρξεως ισχύος της νομοθεσίας αυτής.

Εν τω μεταξύ, η Mediolanum απορροφήθηκε από την Banca Mediolanum και συνεπώς η Fininvest κατέστη κάτοχος ειδικής συμμετοχής στο κεφάλαιο τράπεζας.

Η Banca d’Italia και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έκριναν τότε ότι ήταν απαραίτητη αίτηση αδείας για την απόκτηση ειδικής συμμετοχής στην Banca Mediolanum. Δεδομένου ότι δεν υποβλήθηκε αίτηση, η Banca d’Italia κίνησε αυτεπαγγέλτως σχετική διοικητική διαδικασία. Εν συνεχεία, η Banca d’Italia, ως Εθνική Αρμόδια Αρχή (ΕΑΑ), απέστειλε στην ΕΚΤ πρόταση αποφάσεως με την οποία διατύπωνε αρνητική γνώμη όσον αφορά τα εχέγγυα ήθους των αποκτώντων1 και καλούσε την ΕΚΤ να εναντιωθεί στην απόκτηση.

Στις 25 Οκτωβρίου 2016, η ΕΚΤ εξέδωσε τελική απόφαση με την οποία εναντιωνόταν στην απόκτηση αυτή. Η ΕΚΤ έκρινε μεταξύ άλλων ότι υφίσταντο βάσιμες αμφιβολίες ως προς τα εχέγγυα ήθους των αποκτώντων διότι ο S. Berlusconi είχε καταδικαστεί για φοροδιαφυγή και είχε διαπράξει και άλλες παρατυπίες, πράγμα που ίσχυε και για άλλα μέλη των διοικητικών οργάνων της Fininvest.

Ο S. Berlusconi και η Fininvest προσέβαλαν την απόφαση της ΕΚΤ2. Συγχρόνως προσέβαλαν τις πράξεις της Banca d’Italia ενώπιον του Consiglio di Stato. Ενώπιον του τελευταίου, άσκησαν «azione di ottemperanza», στο πλαίσιο της οποίας υποστηρίζουν ότι η πρόταση αποφάσεως της Banca d’Italia είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στην ως άνω απόφαση της 3ης Μαρτίου 2016 (που ως αμετάκλητη απόφαση έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου).

Στο πλαίσιο αυτό, το Consiglio di Stato ερωτά το Δικαστήριο αν είναι έργο του εθνικού δικαστή ή, αντιθέτως, του δικαστή της Ένωσης3 να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων που έχουν χαρακτήρα κινήσεως της διαδικασίας, έρευνας ή υποβολής προτάσεως και εκδίδονται από ΕΑΑ (εν προκειμένω, την Banca d’Italia) στο πλαίσιο διαδικασίας χορηγήσεως αδείας για την απόκτηση ειδικής συμμετοχής σε τραπεζικό ίδρυμα. Το Consiglio di Stato ερωτά επίσης το Δικαστήριο αν στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί διαφορετική απάντηση στην περίπτωση που ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ασκείται «azione di ottemperanza».

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με αυτή την απόφασή του, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το άρθρο 263 ΣΛΕΕ απονέμει στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης την αποκλειστική αρμοδιότητα να ελέγχουν τη νομιμότητα των πράξεων που εκδίδονται από θεσμικό όργανο της Ένωσης, όπως η ΕΚΤ.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η πράξη του θεσμικού οργάνου της Ένωσης ενίοτε εκδίδεται μετά το πέρας διαδικασίας λήψεως αποφάσεως της οποίας ενδιάμεσα στάδια συνιστούν οι πράξεις μιας ΕΑΑ.

Το Δικαστήριο προβαίνει σε σαφή διάκριση μεταξύ δύο περιπτώσεων: i) της περιπτώσεως κατά την οποία το θεσμικό όργανο της Ένωσης διαθέτει μόνον περιορισμένο ή ανύπαρκτο περιθώριο εκτιμήσεως, με αποτέλεσμα η πράξη της ΕΑΑ να δεσμεύει το θεσμικό όργανο της Ένωσης και ii) της περιπτώσεως κατά την οποία το θεσμικό όργανο της Ένωσης ασκεί μόνο του την τελική εξουσία λήψεως αποφάσεων χωρίς να δεσμεύεται από την πράξη μιας ΕΑΑ. Στην πρώτη περίπτωση, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αποφαίνονται επί των τυχόν παρατυπιών μιας τέτοιας εθνικής πράξεως, υποβάλλοντας ενδεχομένως προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Στη δεύτερη περίπτωση αντιθέτως, εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης – δηλαδή στα δικαστήρια τα οποία περιλαμβάνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – όχι μόνο να αποφαίνεται επί της νομιμότητας της τελικής αποφάσεως την οποία λαμβάνει το θεσμικό όργανο της Ένωσης αλλά και να εξετάζει τα τυχόν ελαττώματα των προπαρασκευαστικών πράξεων ή των προτάσεων της ΕΑΑ τα οποία είναι ικανά να θίξουν το κύρος της τελικής αυτής αποφάσεως.

Συναφώς, το Δικαστήριο τονίζει ότι η αποτελεσματικότητα μιας διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας υφίσταται αποκλειστική αρμοδιότητα λήψεως αποφάσεως θεσμικού οργάνου της Ένωσης προϋποθέτει οπωσδήποτε ενιαίο δικαστικό έλεγχο ώστε να αποφεύγονται κίνδυνοι αποκλινουσών εκτιμήσεων όσον αφορά τη νομιμότητα της τελικής αποφάσεως, ιδίως στην περίπτωση που η απόφαση αυτή συμφωνεί με την ανάλυση και με την πρόταση μιας ΕΑΑ. Εξάλλου, από το άρθρο 263 ΣΛΕΕ καθώς και από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών (άρθρο 4, παράγραφος 3 ΣΕΕ) προκύπτει ότι οι πράξεις τις οποίες εκδίδει ΕΑΑ στο πλαίσιο διαδικασίας αυτού του είδους δεν μπορούν να υπόκεινται στον έλεγχο των δικαστηρίων των κρατών μελών.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η ΕΚΤ είναι αποκλειστικώς αρμόδια να αποφασίσει αν θα επιτρέψει ή όχι την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μετά το πέρας της επίμαχης διαδικασίας, που προβλέπεται στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού της τραπεζικής ένωσης για την αποτελεσματική και συνεπή λειτουργία του οποίου είναι υπεύθυνη η ΕΚΤ4.

Κατά συνέπεια, ο δικαστής της Ένωσης είναι αποκλειστικώς αρμόδιος να εκτιμήσει παρεμπιπτόντως αν η νομιμότητα της από 25 Οκτωβρίου 2016 αποφάσεως της ΕΚΤ θίγεται από τυχόν ελαττώματα των προπαρασκευαστικών πράξεων της Banca d’Italia. Οι πράξεις αυτές δεν μπορούν επομένως να υποβληθούν σε έλεγχο νομιμότητας από τα εθνικά δικαστήρια. Δεν ασκεί συναφώς επιρροή το γεγονός ότι ενώπιον εθνικού δικαστή έχει ασκηθεί ένδικο βοήθημα όπως η «azione di ottemperanza».

Γίνεται υπόμνηση ότι η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

  • 1. Η Fininvest είναι ο άμεσος αποκτών, ενώ ο S. Berlusconi, ως πλειοψηφικός μέτοχος της Fininvest, είναι ο έμμεσος αποκτών.
  • 2. Η Fininvest και ο S. Berlusconi άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της ΕΚΤ ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (T-913/16, Fininvest και Berlusconi κατά ΕΚΤ). Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ανεστάλη εν αναμονή της αποφάσεως επί της υπό κρίση προδικαστικής παραπομπής.
  • 3. Δηλαδή το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως θεσμικό δικαιοδοτικό όργανο που περιλαμβάνει δύο δικαστήρια: το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο.
  • 4. Η επίμαχη διαδικασία διέπεται από την οδηγία CRD (Capital Requirement Directive) IV , από τον κανονισμό EEM (Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού) και από τον κανονισμό για το πλαίσιο ΕΕΜ.
Εγκλήματα κατ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΙΝΑΣ

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ / ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Η επιμέλεια του παιδιού κατά τον Αστικό Κώδικα

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΕΚΚΑΣ

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ / ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ