Είναι νόμιμη η εξαίρεση υπηρεσιών διαιτησίας και συμβιβασμού και νομικών υπηρεσιών από την εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων;

Δικαστήριο ΕΕ: Η εξαίρεση ορισμένων νομικών υπηρεσιών από την εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης

11/06/2019

11/06/2019

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος

Με τη δημοσιευθείσα στις 6-06-2019 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται ότι είναι έγκυρες οι διατάξεις του άρθρου 10, στοιχείο γʹ και στοιχείο δʹ, σημεία i, ii και v, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ (σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ), τόσο υπό το πρίσμα των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της επικουρικότητας όσο και υπό το πρίσμα των άρθρων 49 [ελευθερία εγκαταστάσεως στην ΕΕ] και 56 ΣΛΕΕ [ελευθερία παροχής υπηρεσιών στην ΕΕ].

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ΔΕΕ, είναι συμβατή με το ενωσιακό δίκαιο η εξαίρεση ορισμένων νομικών υπηρεσιών από τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων την οποία προβλέπει η βελγική νομοθεσία για τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας 2014/24/ΕΕ στο εσωτερικό δίκαιο.

Ιστορικό της υπόθεσης

Στις 16 Ιανουαρίου 2017 οι P. M., N. G.d.M. και P. V.d.S., προσφεύγοντες της κύριας δίκης, δικηγόροι και νομικοί, άσκησαν προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι του Grondwettelijk Hof (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Βέλγιο), ζητώντας την ακύρωση των διατάξεων του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων οι οποίες εξαιρούν ορισμένες νομικές υπηρεσίες, καθώς και ορισμένες υπηρεσίες διαιτησίας και συμβιβασμού, από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου.

Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω διατάξεις, στο μέτρο που έχουν ως αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή των κανόνων περί σύναψης δημοσίων συμβάσεων που θεσπίζει ο εν λόγω νόμος στην ανάθεση των σε αυτές αναφερόμενων υπηρεσιών, εισάγουν διαφορετική μεταχείριση μη δυνάμενη να δικαιολογηθεί.

 Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι τίθεται το ερώτημα κατά πόσον η εξαίρεση των εν λόγω υπηρεσιών από τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπονομεύει τους στόχους που επιδίωξε ο νομοθέτης της Ένωσης με την έκδοση της οδηγίας 2014/24/ΕΕ όσον αφορά τον πλήρη ανταγωνισμό, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την ελευθερία εγκατάστασης, και κατά πόσον οι αρχές της επικουρικότητας και της ίσης μεταχείρισης θα έπρεπε να έχουν οδηγήσει σε εναρμόνιση των κανόνων του δικαίου της Ένωσης και σε σχέση με τις εν λόγω υπηρεσίες.

Κατά το εν λόγω δικαστήριο, για να αξιολογηθεί η συνταγματικότητα των εθνικών νομοθετικών διατάξεων των οποίων η ακύρωση ζητείται με την ενώπιόν του ασκηθείσα προσφυγή, είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν οι διατάξεις του άρθρου 10, στοιχείο γʹ, και στοιχείο δʹ, σημεία i, ii και v, της εν λόγω οδηγίας είναι συμβατές με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της επικουρικότητας καθώς και με τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Grondwettelijk Hof (Συνταγματικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να ζητήσει κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους του άρθρου 10, στοιχείο γʹ και στοιχείο δʹ, σημεία i, ii και v, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, υπό το πρίσμα των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της επικουρικότητας, καθώς και υπό το πρίσμα των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο διευκρινίζει, πρώτον, ότι όσον αφορά την αρχή της επικουρικότητας, από το γεγονός ότι ο νομοθέτης της Ένωσης εξαίρεσε από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 10, στοιχείο γʹ και στοιχείο δʹ, σημεία i, ii και v, της οδηγίας αυτής συνάγεται κατ’ ανάγκη ότι έκρινε, με τον τρόπο αυτό, ότι απόκειται στους εθνικούς νομοθέτες να καθορίσουν κατά πόσον οι εν λόγω υπηρεσίες πρέπει να υπαχθούν στους κανόνες περί σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Συνεπώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν κατά παράβαση της αρχής της επικουρικότητας.

Δεύτερον, όσον αφορά την τήρηση των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο, η λαμβάνοντας υπόψη αφενός το γράμμα της αιτιολογικής σκέψης 1 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ δυνάμει της οποίας η ανάθεση δημοσίων συμβάσεων από τις αρχές των κρατών μελών ή εκ μέρους αυτών πρέπει να είναι σύμφωνη με τις αρχές της Συνθήκης ΛΕΕ και ιδίως με τις διατάξεις για την ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, και αφετέρου την πάγια νομολογία1 του διαπιστώνει ότι εξαιρώντας τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 10, στοιχείο γʹ και στοιχείο δʹ, σημεία i, ii και v, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας και, ως εκ τούτου, μη υποχρεώνοντας τα κράτη μέλη να τις υπαγάγουν στους κανόνες περί σύναψης δημοσίων συμβάσεων, η ίδια αυτή οδηγία δεν θίγει τις ελευθερίες που διασφαλίζουν οι Συνθήκες.

Τρίτον, όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχείρισης, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η γενική αυτή αρχή, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται σε παρόμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η μεταχείριση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς. Προσθέτει δε το Δικαστήριο ότι ο παρεμφερής χαρακτήρας διαφορετικών καταστάσεων εκτιμάται λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν. Τα στοιχεία αυτά πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της πράξεως της Ένωσης που θεσπίζει την εν λόγω διάκριση. Πρέπει, επιπλέον, να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι σκοποί του τομέα στον οποίο εμπίπτει η επίμαχη πράξη.

Στη συνέχεια, ως προς τις υπηρεσίες διαιτησίας και συμβιβασμού που αναφέρονται στο άρθρο 10, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι φορείς ή τα πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες διαιτησίας και συμβιβασμού και άλλες συναφείς μορφές διευθέτησης διαφορών επιλέγονται κατά τρόπο ο οποίος δεν μπορεί να διέπεται από κανόνες περί σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Έτσι, δεδομένων των αντικειμενικών χαρακτηριστικών τους, οι υπηρεσίες αυτές δεν είναι παρόμοιες με τις λοιπές υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το Δικαστήριο, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης καθόσον, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτίμησης που διαθέτει, εξαίρεσε τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 10, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ από το πεδίο εφαρμογής της τελευταίας.

Επιπλέον, ως προς τις υπηρεσίες που παρέχονται από δικηγόρους, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 10, στοιχείο δʹ, σημεία i και ii, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας όλες οι υπηρεσίες που μπορούν να παρασχεθούν από δικηγόρο προς μια αναθέτουσα αρχή, αλλά μόνον η νομική εκπροσώπηση του πελάτη του σε διαδικασίες ενώπιον διεθνούς οργάνου διαιτησίας ή συμβιβασμού, ενώπιον των δικαστηρίων ή των δημόσιων αρχών κράτους μέλους ή τρίτης χώρας και ενώπιον των διεθνών δικαστηρίων ή θεσμικών οργάνων, καθώς επίσης και οι νομικές συμβουλές που παρέχονται σε σχέση με την προετοιμασία τέτοιας διαδικασίας ή το ενδεχόμενο κίνησής της. Τέτοιου είδους υπηρεσίες παρεχόμενες από δικηγόρο νοούνται μόνο στο πλαίσιο στενής προσωπικής σχέσης (intuitu personae) μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, χαρακτηριζόμενης από την πλέον αυστηρή εμπιστευτικότητα.

Επομένως, κατά το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των αντικειμενικών χαρακτηριστικών τους, οι προαναφερθείσες νομικές υπηρεσίες δεν είναι παρόμοιες με τις λοιπές υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ. Δεδομένης της εν λόγω αντικειμενικής διαφοράς, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν παραβίασε ούτε την αρχή της ίσης μεταχείρισης εξαιρώντας, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτίμησης που διαθέτει, τις υπηρεσίες αυτές από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

Τέλος, ως προς τις νομικές υπηρεσίες που εμπίπτουν σε δραστηριότητες συνδεόμενες, έστω και περιστασιακά, με την άσκηση δημόσιας εξουσίας, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 10, στοιχείο δʹ, σημείο v, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, το Δικαστήριο καταλήγει ότι από την ίδια τη φύση τους, δεν είναι παρόμοιες, λόγω των αντικειμενικών χαρακτηριστικών τους, με τις λοιπές υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ. Δεδομένης αυτής της αντικειμενικής διαφοράς, ο νομοθέτης της Ένωσης ούτε στην περίπτωση αυτή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης καθόσον, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτίμησης που διαθέτει, εξαίρεσε τις υπηρεσίες αυτές από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ.

Εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος των διατάξεων του άρθρου 10, στοιχείο γʹ και στοιχείο δʹ, σημεία i, ii και v, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, υπό το πρίσμα των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της επικουρικότητας ούτε υπό το πρίσμα των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ.

Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

  • 1. Απόφαση του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, C-507/03 (βλ. σκ. 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία: « …ο συντονισμός σε κοινοτικό επίπεδο των διαδικασιών συνάψεως των δημοσίων συμβάσεων αποβλέπει στην εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών και την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και, συνεπώς, στην προστασία των συμφερόντων των εγκατεστημένων σε κράτος μέλος επιχειρηματιών οι οποίοι επιθυμούν να παραδώσουν αγαθά ή να παράσχουν υπηρεσίες στις αναθέτουσες αρχές που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος…»).

Σύνδεση στο Lawspot

Enter your e-mail address or username.
Enter the password that accompanies your e-mail.
Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
logo

Δεν έχετε λογαριασμό;

Μπορείτε να εγγραφείτε στο Lawspot ανεξαρτήτως ιδιότητας, ως δικηγόρος, συμβολαιογράφος ή και απλός χρήστης, συμπληρώνοντας τη σχετική φόρμα εδώ.

Αν είστε δικηγόρος, με την εγγραφή σας στο Lawspot.gr κερδίζετε σημαντικά οφέλη. Δείτε αναλυτικές πληροφορίες εδώ.

send