logo-print

Λήψη αυξημένων αποδοχών σε περίπτωση υπέρβασης ορισμένου αριθμού ωρών εργασίας και αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων των εργαζομένων με μερική απασχόληση

Δικαστήριο ΕΕ: Η λήψη αυξημένων αποδοχών σε περίπτωση υπέρβασης ορισμένου αριθμού ωρών εργασίας δεν πρέπει να θέτει σε μειονεκτική θέση τους εργαζόμενους μερικής απασχόλησης

23/10/2023

23/10/2023

Συλλογικό εργατικό δίκαιο - 3η έκδοση

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Διεθνής εμπορική διαιτησία - Τόμος Ι -Β έκδοση

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος 

Με τη δημοσιευθείσα στις 19.10.2023 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έκρινε ότι η λήψη αυξημένων αποδοχών σε περίπτωση υπέρβασης ορισμένου αριθμού ωρών εργασίας δεν πρέπει να θέτει σε μειονεκτική θέση τους εργαζόμενους μερικής απασχόλησης.

Ιστορικό της υπόθεσης

Ο πρωτοδίκως ενάγων και νυν αναιρεσείων της κύριας δίκης απασχολείται από το έτος 2001 στη CLH είτε ως κυβερνήτης είτε ως συγκυβερνήτης αεροσκάφους. Από το 2010 εργάζεται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης καθόσον ο χρόνος εργασίας του μειώθηκε στο 90% του χρόνου εργασίας ενός κυβερνήτη που εργάζεται υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης βάσει επιχειρησιακής συμφωνίας συναφθείσας μεταξύ της CLH και του συμβουλίου εργαζομένων της. Οι βασικές αποδοχές του, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων λόγω θέσης ευθύνης, είναι μειωμένες κατά 10% και ο αναιρεσείων της κύριας δίκης λαμβάνει 37 επιπλέον ημέρες άδειας ετησίως. Ωστόσο, δεν μειώνονται οι ώρες εργασίας του εν πτήσει κατά τις ημέρες εργασίας του.

Σύμφωνα με τις εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις, ο χρόνος εργασίας εν πτήσει αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του χρόνου εργασίας και αμείβεται με τον βασικό μισθό. Ο εργαζόμενος λαμβάνει αμοιβή για τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης εν πτήσει, πλέον των βασικών αποδοχών του, εφόσον έχει συμπληρώσει έναν ορισμένο αριθμό ωρών εργασίας εν πτήσει εντός ενός μήνα και έχει υπερβεί τα όρια που έχουν καθορισθεί για την «ενεργοποίηση» του δικαιώματος υπερωριακής αμοιβής. Για τον σκοπό αυτό, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας θεσπίζουν «τρία κλιμακωτά αυξανόμενα ωρομίσθια», τα οποία είναι υψηλότερα από το ωρομίσθιο που έχει καθορισθεί με βάση τις βασικές αποδοχές.

Ειδικότερα, όσον αφορά τις πτήσεις μικρών αποστάσεων, τα τρία αυτά ωρομίσθια εφαρμόζονται για τον υπολογισμό της αμοιβής εφόσον ο οικείος εργαζόμενος έχει συμπληρώσει, αντιστοίχως, 106, 121 και 136 ώρες εργασίας εν πτήσει μηνιαίως. Στις πτήσεις μεγάλων αποστάσεων ισχύουν χαμηλότερα όρια ανερχόμενα σε 93, 106 και 120 ώρες εργασίας εν πτήσει μηνιαίως.

Ωστόσο, οι εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις δεν προβλέπουν, στην περίπτωση των εργαζομένων με μερική απασχόληση, μείωση των ανωτέρω ορίων ενεργοποίησης του δικαιώματος υπερωριακής αμοιβής ανάλογα με το ποσοστό του χρόνου της μερικής απασχόλησής τους, με αποτέλεσμα να ισχύουν τα ίδια όρια για τους κυβερνήτες αεροσκαφών πλήρους απασχόλησης και για εκείνους που εργάζονται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης.

Όσον αφορά τον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης, για τον καθορισμό της υπερωριακής αμοιβής του, η CLH υπολογίζει όριο ενεργοποίησης του δικαιώματος υπερωριακής αμοιβής το οποίο ισχύει ατομικά για τον ίδιο και διαμορφώνεται με βάση την εργασία του υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Για τις ώρες εργασίας εν πτήσει που συμπληρώνει πέραν του ατομικού αυτού ορίου, ο αναιρεσείων λαμβάνει το ωρομίσθιο που έχει καθορισθεί με βάση τις βασικές αποδοχές του. Μόνον εάν ο αναιρεσείων της κύριας δίκης συμπληρώσει χρόνο εργασίας εν πτήσει που υπερβαίνει τα όρια ενεργοποίησης του δικαιώματος υπερωριακής αμοιβής που ισχύουν για τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση λαμβάνει τη σχετική υπερωριακή αμοιβή.

Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης θεωρεί ότι δικαιούται να λάβει υπερωριακή αμοιβή δεδομένου ότι, εάν τα όρια ενεργοποίησης του δικαιώματος υπερωριακής αμοιβής ήταν μειωμένα με βάση το ποσοστό του χρόνου της μερικής απασχόλησής του, θα τα είχε υπερβεί, και ζητεί από τη CLH την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της ήδη καταβληθείσας αμοιβής και της προσαυξημένης αμοιβής για τις ώρες υπερωριακής εργασίας εν πτήσει που πραγματοποίησε, επί τη βάσει των μειωμένων αυτών ορίων. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων ζητεί την καταβολή της διαφοράς αυτής για το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2014 έως τον Νοέμβριο του 2018. Προβάλλει, συναφώς, ότι τυγχάνει λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης σε σχέση με έναν εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης, ότι δεν λαμβάνεται υπόψη η αρχή pro rata temporis και ότι δεν υφίσταται κανένας αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί τη διαφορετική αυτή μεταχείριση. Επιπλέον, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, διά της προβλέψεως της υπερωριακής αμοιβής, οι κοινωνικοί εταίροι δεν επιδίωκαν τον σκοπό της παροχής οικονομικού αντισταθμίσματος προς τον εργαζόμενο για ιδιαίτερο φόρτο εργασίας που αναλαμβάνει αλλά μόνο να διασφαλίσουν ότι οι εργαζόμενοι θα απολαύουν τον ελεύθερο χρόνο τους.

Κατά τη CLH, δεν συντρέχει λόγος καταβολής της ζητηθείσας αμοιβής στον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης, καθόσον υφίσταται αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση και των εργαζομένων με μερική απασχόληση. Αφ’ ης στιγμής η υπερωριακή αμοιβή δικαιολογείται από τον σκοπό της παροχής οικονομικού αντισταθμίσματος προς τον εργαζόμενο για ιδιαίτερο φόρτο εργασίας που αναλαμβάνει, οφείλεται μόνον όταν συντρέχει περίπτωση υπέρβασης των προβλεπόμενων ορίων.

Το Arbeitsgericht München (δικαστήριο εργατικών διαφορών Μονάχου, Γερμανία) δέχθηκε την πρωτοδίκως ασκηθείσα αγωγή του νυν αναιρεσείοντος της κύριας δίκης. Εντούτοις, το Landesarbeitsgericht München (δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Μονάχου, Γερμανία), δικάζον κατ’ έφεση, απέρριψε την αγωγή αυτή. Κατόπιν σχετικής αδείας εκ μέρους του τελευταίου ως άνω δικαστηρίου, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, διατηρώντας το αρχικό αίτημά του.

Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον συνάδει προς τις διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οποία συνήφθη στις 6 Ιουνίου 1997 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES, το να μη μειώνονται τα όρια ενεργοποίησης του δικαιώματος υπερωριακής αμοιβής κατ’ αναλογίαν προς τον χρόνο εργασίας του αναιρεσείοντος της κύριας δίκης.

Διευκρινίζει, συναφώς, ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, κατ’ αρχήν, ότι έχουν διατυπωθεί δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Αφενός, σύμφωνα με μια πρώτη προσέγγιση, το Δικαστήριο έκρινε, στην απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, Helmig κ.λπ. (C‑399/92, C‑409/92, C‑425/92, C‑34/93, C‑50/93 και C‑78/93, EU:C:1994:415, σκέψεις 26 επ.), ότι υφίσταται άνιση μεταχείριση κάθε φορά που η συνολική αμοιβή που καταβάλλεται στους εργαζομένους με πλήρες ωράριο είναι υψηλότερη, για ίσο χρόνο εργασίας, υφισταμένης εργασιακής σχέσεως μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, έναντι εκείνης που καταβάλλεται σε εργαζομένους με μειωμένο ωράριο. Κατά το αιτούν δικαστήριο, τυχόν εφαρμογή της κατά τα ανωτέρω σύγκρισης των συνολικών αμοιβών στην περίπτωση της κύριας δίκης θα οδηγούσε στη διαπίστωση ότι δεν υφίσταται «λιγότερο ευνοϊκή» μεταχείριση των εργαζομένων με μερική απασχόληση, ήτοι μεταξύ των κυβερνητών αεροσκαφών με μερική απασχόληση και των κυβερνητών αεροσκαφών πλήρους απασχόλησης οι οποίοι λαμβάνουν την ίδια αμοιβή για τον χρόνο εργασίας εν πτήσει που υπερβαίνει τα όρια ενεργοποίησης του δικαιώματος υπερωριακής αμοιβής που ισχύουν ατομικά για τον εργαζόμενο με μερική απασχόληση.

Αφετέρου, σύμφωνα με μια δεύτερη προσέγγιση, το Δικαστήριο απαίτησε, στην απόφαση της 27ης Μαΐου 2004, Elsner-Lakeberg (C‑285/02, EU:C:2004:320), ως μέθοδο εξακρίβωσης της τήρησης της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, να εξετάζεται χωριστά κάθε στοιχείο της αμοιβής υπό το πρίσμα της αρχής αυτής και να μην αρκούνται τα εθνικά δικαστήρια σε μια σφαιρική εκτίμηση. Στην ως άνω απόφαση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση ετύγχαναν «λιγότερο ευνοϊκής» μεταχείρισης διότι ο αριθμός των ωρών υπερωριακής απασχολήσεως που παρείχε δικαίωμα λήψεως υπερωριακής αμοιβής δεν μειωνόταν ανάλογα με τον χρόνο εργασίας τους.

Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, εάν ήθελε υιοθετηθεί η δεύτερη προσέγγιση στην υπόθεση της κύριας δίκης, τούτο θα οδηγούσε στη διαπίστωση ότι υφίσταται διαφορετική μεταχείριση απορρέουσα εκ του γεγονότος ότι οι κυβερνήτες αεροσκαφών που εργάζονται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης δεν λαμβάνουν υπερωριακή αμοιβή παρά μόνον εφόσον έχουν συμπληρώσει, χωρίς προσαυξημένη αμοιβή, τις ώρες εργασίας εν πτήσει που προβλέπονται μεταξύ του πρώτου επιπέδου του ορίου ενεργοποίησης του δικαιώματος υπερωριακής αμοιβής που ισχύει για έκαστο εξ αυτών ατομικά, και το οποίο μειώνεται ανάλογα με το ποσοστό του χρόνου της μερικής απασχόλησής τους, και των σταθερά καθορισθέντων ορίων.

Συνεπώς, ένας εργαζόμενος με μερική απασχόληση λαμβάνει την υπερωριακή αμοιβή όχι από την πρώτη ώρα κατά την οποία συντρέχει υπέρβαση του πρώτου επιπέδου του ορίου ενεργοποίησης του δικαιώματος υπερωριακής αμοιβής που ισχύει για τον ίδιο ατομικά, αλλά μόνον όταν υπερβεί το όριο που ισχύει για τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση. Το αυτό ισχύει κατ’ αναλογίαν και για το δεύτερο και το τρίτο επίπεδο των εν λόγω ορίων. Δοθέντος ότι το όριο που πρέπει να έχουν υπερβεί οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση για να γεννηθεί το δικαίωμά τους σε υπερωριακή αμοιβή δεν μειώνεται ανάλογα με τον χρόνο εργασίας που παρέχει έκαστος εξ αυτών ατομικά, τούτο θα μπορούσε να επιφέρει αρνητικές συνέπειες για τους εργαζομένους αυτούς όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της παρεχόμενης υπηρεσίας και της αντιπαροχής, όπερ συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων με πλήρη και με μερική απασχόληση.

Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, από την έκδοση της από 19 Δεκεμβρίου 2018 αποφάσεώς του, με στοιχεία 10 AZR 231/18, συντάχθηκε προς τη δεύτερη προσέγγιση.

Μολαταύτα, τόσο άλλα δικαστήρια όσο και μέρος της γερμανικής θεωρίας έχουν εκφράσει τις επιφυλάξεις τους όσον αφορά τη δεύτερη προσέγγιση. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο είναι της άποψης ότι δεν δύναται να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν καταλείπεται καμία εύλογη αμφιβολία για την απάντηση στο ερώτημα αυτό.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesarbeitsgericht (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, Γερμανία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, πρώτον, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οποία συνήφθη στις 6 Ιουνίου 1997 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES, έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση κατά την οποία η καταβολή υπερωριακής αμοιβής, υπολογιζόμενης με ενιαίο τρόπο για τους εργαζομένους μερικής απασχόλησης και τους συγκρίσιμους με αυτούς εργαζομένους πλήρους απασχόλησης, εξαρτάται από την υπέρβαση του ιδίου αριθμού ωρών εργασίας που συνδέονται με συγκεκριμένη δραστηριότητα, όπως η εργασία εν πτήσει που παρέχει ένας κυβερνήτης αεροσκάφους, συνιστά «λιγότερο ευνοϊκή» μεταχείριση των εργαζομένων με μερική απασχόληση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

Δεύτερον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ρήτρα 4, σημεία 1 και 2, της ανωτέρω συμφωνίας-πλαισίου αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία η καταβολή υπερωριακής αμοιβής, υπολογιζόμενης με ενιαίο τρόπο για τους εργαζομένους μερικής απασχόλησης και για τους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης, εξαρτάται από την υπέρβαση του ιδίου αριθμού ωρών εργασίας που συνδέονται με συγκεκριμένη δραστηριότητα, όπως η εργασία εν πτήσει που παρέχει ένας κυβερνήτης αεροσκάφους, προς αντιστάθμιση του ιδιαίτερου φόρτου εργασίας με τον οποίο είναι συνυφασμένη η δραστηριότητα αυτή.

Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

Δίκαιο πληροφορικής - E έκδοση
Η απόλυση υπό όρο στην ποινική νομοθεσία των ναρκωτικών

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΉΜΕΣ / ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΠΑΥΛΟΣ ΤΟΠΑΛΝΑΚΟΣ