Κανονισμοί, Οδηγίες και άλλες νομοθετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Σε τι διαφέρουν οι Κανονισμοί από τις Οδηγίες - Χρήσιμες πληροφορίες για τις νομοθετικές πράξεις της ΕΕ

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ:

Lawspot.gr

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

26/12/2017 - 19:38

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ:

26/12/2017 - 20:36

Οι στόχοι που ορίζονται στις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτυγχάνονται μέσω διαφόρων νομοθετικών πράξεων.

Μερικές από αυτές έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, ενώ άλλες όχι. Επίσης, ορισμένες ισχύουν για όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ άλλες για μερικές μόνον από αυτές.

Οι πιο γνωστές από τις νομοθετικές πράξεις της ΕΕ, ο διαχωρισμός των οποίων προκαλεί συχνά σύγχυση, είναι οι Κανονισμοί και οι Οδηγίες.

Οι Κανονισμοί είναι δεσμευτικές νομοθετικές πράξεις, με την εφαρμογή τους σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να είναι υποχρεωτική.

Για παράδειγμα, όταν η ΕΕ θέλησε να εφαρμόσει κοινές διασφαλίσεις για τα προϊόντα που εισάγονται από χώρες εκτός ΕΕ ή ενιαίο πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων, το Συμβούλιο εξέδωσε κανονισμούς.

Οι Οδηγίες από την άλλη είναι νομοθετικές πράξεις που ορίζουν έναν στόχο τον οποίο πρέπει να επιτύχουν όλες οι χώρες της ΕΕ, εναπόκειται ωστόσο σε κάθε χώρα να θεσπίσει τους δικούς της νόμους για την επίτευξη των στόχων αυτών.

Ένα παράδειγμα είναι η οδηγία της ΕΕ για τα δικαιώματα των καταναλωτών, η οποία ενδυναμώνει τα δικαιώματα των καταναλωτών σε όλη την ΕΕ, π.χ. εξαλείφοντας κρυφές χρεώσεις και έξοδα στο διαδίκτυο, και παρατείνοντας την περίοδο κατά την οποία οι καταναλωτές μπορούν να υπαναχωρήσουν από μια σύμβαση πώλησης.

Το άρθρο 288 της Συνθήκης για λειτουργία της ΕΕ αναφέρει ότι η Οδηγία είναι δεσμευτική για τις χώρες στις οποίες απευθύνεται (μία ή περισσότερες ή όλες τους) όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά δεν αγγίζει την αρμοδιότητα των εθνικών αρχών ως προς τον τύπο και τα μέσα.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τον κανονισμό που, αφού τεθεί σε ισχύ, εφαρμόζεται άμεσα στο εθνικό δίκαιο των χωρών της ΕΕ, η οδηγία δεν έχει άμεση εφαρμογή στις χώρες της ΕΕ, καθώς πρέπει πρώτα να μεταφερθεί (ενσωματωθεί) στο εθνικό δίκαιο.

Τέλος, οι Αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεσμευτικές μόνον γι' αυτούς στους οποίους απευθύνονται (π.χ. μια χώρα της ΕΕ ή μια μεμονωμένη εταιρεία) και ισχύουν άμεσα.

Για παράδειγμα, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση σχετικά με τη συμμετοχή της ΕΕ στις εργασίες διαφόρων οργανισμών καταπολέμησης της τρομοκρατίας, με την απόφαση να αφορά μόνον αυτούς τους οργανισμούς.

Αναλυτικές πληροφορίες

1. Κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Οι κανονισμοί είναι νομικές πράξεις που ορίζονται στο άρθρο 288 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Έχουν γενική ισχύ, είναι δεσμευτικοί ως προς όλα τα μέρη τους και ισχύουν άμεσα σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

ΣΥΝΟΨΗ

Οι κανονισμοί είναι νομικές πράξεις που ορίζονται στο άρθρο 288 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Έχουν γενική ισχύ, είναι δεσμευτικοί ως προς όλα τα μέρη τους και ισχύουν άμεσα σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Για παράδειγμα, όταν η ΕΕ αποφάσισε να αναλάβει δράση για την καλύτερη προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος από τους κινδύνους που συνδέονται με τις χημικές ουσίες, εξέδωσε έναν κανονισμό για αυτό το θέμα.

Ο κανονισμός ανήκει στο παράγωγο δίκαιο της ΕΕ. Εγκρίνεται από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ με βάση τις ιδρυτικές Συνθήκες και αποσκοπεί στην ενιαία εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ σε όλες της χώρες της.

Ο κανονισμός θεσπίζεται βάσει νομοθετικής διαδικασίας. Είναι μια νομοθετική πράξη που εγκρίνεται από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο με τη συνήθη ή την ειδική νομοθετική διαδικασία.

Ο κανονισμός απευθύνεται σε αφηρημένες κατηγορίες προσώπων και όχι σε αναγνωρίσιμους αποδέκτες. Το στοιχείο αυτό τον διαφοροποιεί από την απόφαση, η οποία ορίζεται στο άρθρο 288 της ΣΛΕΕ. Είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του.

Ο κανονισμός πρέπει να τηρείται πλήρως από εκείνους για τους οποίους ισχύει. Πρόκειται για δεσμευτική νομική πράξη για:

- τα θεσμικά όργανα της ΕΕ·

- τις χώρες της ΕΕ·

- τους ιδιώτες στους οποίους απευθύνεται.

Ο κανονισμός εφαρμόζεται άμεσα σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι:

- ισχύει αμέσως ως νομοθεσία σε όλες τις χώρες της ΕΕ, χωρίς να χρειάζεται να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο·

- δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις για ιδιώτες, οι οποίοι μπορούν ως εκ τούτου να τον επικαλεστούν άμεσα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων·

- μπορεί να χρησιμοποιείται ως αναφορά από άτομα στις σχέσεις τους με άλλους ιδιώτες, χώρες της ΕΕ ή αρχές της ΕΕ.

Εφαρμόζεται σε όλες τις χώρες της ΕΕ από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του (ημερομηνία που ορίζεται στον κανονισμό ή, ελλείψει αυτής, 20 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα). Τα έννομα αποτελέσματά του παράγονται ταυτόχρονα, αυτόματα και ομοιόμορφα και είναι δεσμευτικά για όλες τις εθνικές νομοθεσίες.

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμοί

Στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων (άρθρο 290 της ΣΛΕΕ), η Επιτροπή δύναται να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση κανονισμούς για να διευκρινίζει ή να συμπληρώνει ορισμένα στοιχεία ή πτυχές ενός κανονισμού ή μιας οδηγίας της ΕΕ.

Εκτελεστικοί κανονισμοί

Στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης εκτελεστικών πράξεων (άρθρο 291 της ΣΛΕΕ), η Επιτροπή μπορεί να εξουσιοδοτείται να εκδίδει κανονισμούς με στόχο τη συμμόρφωση με νομοθεσία η οποία απαιτεί ομοιόμορφη εφαρμογή εντός της ΕΕ. Οι εκτελεστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα δύνανται επίσης να θεσπίζουν εκτελεστικούς κανονισμούς για το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης. Αυτό το είδος κανονισμού ορίζεται στα άρθρα 164 και 178 της ΣΛΕΕ.

Αυτές είναι νομικές πράξεις η ισχύς των οποίων εξαρτάται από έναν «βασικό κανονισμό». Ενώ ο βασικός κανονισμός προβλέπει τους βασικούς κανόνες, ο εκτελεστικός κανονισμός θεσπίζει ορισμένες τεχνικές διατάξεις.

Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στον δικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το δίκαιο της ΕΕ.

2. Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η οδηγία ανήκει στα νομικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα προκειμένου να εφαρμόσουν τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Πρόκειται για ένα ευέλικτο μέσο που χρησιμοποιείται κυρίως για την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών. Καθιστά υποχρεωτική την επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος, αλλά αφήνει ελεύθερες τις χώρες της ΕΕ να επιλέξουν πώς θα το πράξουν.

ΣΥΝΟΨΗ

Η οδηγία ανήκει στα νομικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα προκειμένου να εφαρμόσουν τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Πρόκειται για ένα ευέλικτο μέσο που χρησιμοποιείται κυρίως για την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών. Καθιστά υποχρεωτική την επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος, αλλά αφήνει ελεύθερες τις χώρες της ΕΕ να επιλέξουν πώς θα το πράξουν.

Η οδηγία ανήκει στο παράγωγο δίκαιο της ΕΕ. Επομένως, εγκρίνεται από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα δυνάμει των ιδρυτικών Συνθηκών. Αφού εγκριθεί σε επίπεδο ΕΕ, η οδηγία πρέπει στη συνέχεια να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών για να εφαρμοσθεί.

Για παράδειγμα, η οδηγία για την οργάνωση του χρόνου εργασίας θεσπίζει υποχρεωτικές περιόδους ανάπαυσης και επιβάλλει περιορισμούς στον επιτρεπόμενο εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας στην ΕΕ. Ωστόσο, εναπόκειται στην εκάστοτε χώρα να καταρτίσει τους δικούς της νόμους για να καθορίσει τον τρόπο εφαρμογής αυτών των κανόνων.

Δεσμευτική πράξη γενικής ισχύος

Το άρθρο 288 της Συνθήκης για λειτουργία της ΕΕ αναφέρει ότι η οδηγία είναι δεσμευτική για τις χώρες στις οποίες απευθύνεται (μία ή περισσότερες ή όλες τους) όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά δεν αγγίζει την αρμοδιότητα των εθνικών αρχών ως προς τον τύπο και τα μέσα.

Ωστόσο, η οδηγία διαφέρει από τον κανονισμό ή από την απόφαση.

  • Σε αντίθεση με τον κανονισμό που, αφού τεθεί σε ισχύ, εφαρμόζεται άμεσα στο εθνικό δίκαιο των χωρών της ΕΕ, η οδηγία δεν έχει άμεση εφαρμογή στις χώρες της ΕΕ. Πρώτα πρέπει να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο πριν μπορέσουν να προσφύγουν σε αυτήν οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες.
  • Σε αντίθεση με την απόφαση, η οδηγία αποτελεί κείμενο με γενική ισχύ που απευθύνεται σε όλες τις χώρες της ΕΕ.

Η οδηγία εκδίδεται βάσει νομοθετικής διαδικασίας. Είναι μια νομοθετική πράξη που εγκρίνεται από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο με τη συνήθη ή την ειδική νομοθετική διαδικασία.

Υποχρεωτική μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

Για να τεθεί μια οδηγία σε ισχύ σε εθνικό επίπεδο, οι χώρες της ΕΕ πρέπει να εγκρίνουν νόμο για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο. Αυτό το εθνικό μέτρο οφείλει να επιτύχει τους στόχους που ορίζονται στην οδηγία. Οι εθνικές αρχές οφείλουν να κοινοποιούν τα μέτρα αυτά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο οι χώρες της ΕΕ διαθέτουν περιθώριο ελιγμών. Το γεγονός αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη συγκεκριμένα εθνικά χαρακτηριστικά. Η μεταφορά μιας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο πρέπει να πραγματοποιείται εντός της προθεσμίας που καθορίζεται κατά την έκδοσή της (συνήθως εντός 2 ετών).

Σε περίπτωση που μια χώρα δεν μεταφέρει μια οδηγία στο εθνικό της δίκαιο, η Επιτροπή μπορεί να κινήσει διαδικασία επί παραβάσεικαι να προσφύγει εναντίον αυτής της χώρας στο Δικαστήριο της ΕΕ (η μη εκτέλεση της δικαστικής απόφασης στην περίπτωση αυτή μπορεί να επιφέρει νέα καταδίκη, η οποία μπορεί να καταλήξει στην επιβολή προστίμων).

Προστασία ατόμων στην περίπτωση εσφαλμένης μεταφοράς οδηγιών

Κατ' αρχήν, η οδηγία τίθεται ισχύ μόνον αφού μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο. Ωστόσο, το Δικαστήριο της ΕΕ θεωρεί ότι οδηγία που δεν έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μπορεί να παράγει άμεσα ορισμένα αποτελέσματα, όταν:

  • η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο δεν πραγματοποιήθηκε ή πραγματοποιήθηκε εσφαλμένα,
  • οι διατάξεις τής οδηγίας έχουν διατυπωθεί άνευ όρων και είναι αρκούντως σαφείς και ακριβείς, και
  • οι διατάξεις της οδηγίας παρέχουν δικαιώματα σε ιδιώτες.

Όταν πληρούνται αυτοί οι όροι, τα άτομα μπορούν να επικαλεστούν την οδηγία κατά μιας χώρας της ΕΕ ενώπιον των δικαστηρίων. Ωστόσο, εάν μια οδηγία δεν έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, οι ιδιώτες δεν μπορούν να την επικαλεστούν για υποβολή αξιώσεων κατά άλλων ιδιωτών σχετικά με το άμεσο αποτέλεσμά της (βλέπε απόφαση στην υπόθεση C-91/92 Paola Faccini Dori κατά Recreb Srl, της 14ης Ιουλίου 1994).

Επίσης, το Δικαστήριο παρέχει, υπό ορισμένους όρους, στους ιδιώτες τη δυνατότητα αποζημίωσης σε περίπτωση εσφαλμένης ή υπερήμερης μεταφοράς οδηγιών (βλέπε απόφαση στις υποθέσεις C-6/90 και C-9/90 Francovich και Bonifaci της 19ης Νοεμβρίου 1991).

Καταπολέμηση της υπερήμερης μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο

Η υπερήμερη μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο από τις χώρες της ΕΕ εξακολουθεί να αποτελεί επίμονο πρόβλημα, το οποίο εμποδίζει τους πολίτες και τις επιχειρήσεις από το να αποκομίσουν τα απτά οφέλη του δικαίου της ΕΕ.

Η ΕΕ έχει θέσει ως στόχο τη μείωση του ελλείμματος μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο στο 1 %. Σύμφωνα με τον πίνακα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών της ΕΕ για την ενιαία αγορά, που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Ιούλιο του 2014, μόνο 5 χώρες δεν κατάφεραν να επιτύχουν αυτόν τον στόχο. Αντιθέτως, 12 χώρες κατάφεραν να επιτύχουν έλλειμμα συμμόρφωσης της εθνικής νομοθεσίας κάτω του 0,5%, το οποίο είχε προταθεί στην πράξη για την ενιαία αγορά του Απριλίου του 2011.

Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στον δικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το δίκαιο της ΕΕ.

Αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), τα θεσμικά όργανα της ΕΕ μπορούν να εγκρίνουν πέντε είδη νομικών πράξεων. Η απόφαση είναι δεσμευτική νομική πράξη που μπορεί να έχει γενική ισχύ ή να απευθύνεται σε συγκεκριμένο αποδέκτη.

ΣΥΝΟΨΗ

Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), τα θεσμικά όργανα της ΕΕ μπορούν να εγκρίνουν πέντε είδη νομικών πράξεων. Η απόφαση είναι δεσμευτική νομική πράξη που μπορεί να έχει γενική ισχύ ή να απευθύνεται σε συγκεκριμένο αποδέκτη.

Η απόφαση ανήκει στο παράγωγο δίκαιο της ΕΕ. Εγκρίνεται από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ βάσει των ιδρυτικών Συνθηκών.

Πράξη δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της

Σύμφωνα με το άρθρο 288 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της. Όπως και ο κανονισμός, η απόφαση δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά τρόπο ελλιπή, επιλεκτικό ή τμηματικό.

Η απόφαση μπορεί να είναι νομοθετική πράξη ή μη νομοθετική πράξη.

Οι αποφάσεις είναι νομοθετικές πράξεις όταν εγκρίνονται από κοινού από

το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, ή
το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τη συμμετοχή του Συμβουλίου, ή
το Συμβούλιο με τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σύμφωνα με την ειδική νομοθετική διαδικασία.
Σε άλλες περιπτώσεις, οι αποφάσεις είναι μη νομοθετικές πράξεις. Μπορεί να εγκρίνονται, για παράδειγμα, από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή.

Επίσης, οι μη νομοθετικές αποφάσεις μπορεί να έχουν τη μορφή πράξεων κατ' εξουσιοδότηση ή εκτελεστικών πράξεων.

Αποφάσεις με συγκεκριμένο αποδέκτη

Η απόφαση μπορεί να απευθύνεται σε έναν ή περισσότερους αποδέκτες (μία ή περισσότερες χώρες της ΕΕ, μία ή περισσότερες εταιρείες ή άτομα). Για παράδειγμα, όταν απόφαση της Επιτροπής επέβαλε πρόστιμο στον κολοσσό στον τομέα του λογισμικού, τη Microsoft, για κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά, η απόφαση αφορούσε άμεσα μόνο τη Microsoft.

Μια απόφαση η οποία αναφέρει συγκεκριμένα σε ποιον απευθύνεται πρέπει να κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο μέρος, και αρχίζει να ισχύει με την εν λόγω κοινοποίηση. Αυτή η κοινοποίηση ενδέχεται να συνίσταται στην αποστολή συστημένης επιστολής με ταχυδρομική ειδοποίηση. Μια απόφαση η οποία αναφέρει συγκεκριμένα σε ποιον απευθύνεται ενδέχεται επίσης να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, η δημοσίευση δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωση κοινοποίησης, η οποία αποτελεί και τη μόνη δυνατότητα να καταστεί η πράξη αντιτάξιμη στον αποδέκτη.

Οι αποφάσεις με αποδέκτη έναν ή περισσότερους ιδιώτες και εταιρείες παράγουν άμεσα αποτέλεσμα (δηλαδή μπορούν άμεσα να δημιουργήσουν δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους αποδέκτες, οι οποίοι μπορούν να τα επικαλεστούν και να στηριχτούν σε αυτά ενώπιον των δικαστηρίων).

Εντούτοις, οι αποφάσεις που έχουν ως αποδέκτρια συγκεκριμένη χώρα της ΕΕ ή χώρες της ΕΕ ενδέχεται να παράγουν άμεσα αποτέλεσμα. Το εάν αυτές οι αποφάσεις παράγουν άμεσα αποτέλεσμα ή όχι, εξαρτάται από τη φύση, το πλαίσιο και τη διατύπωσή τους. Το Δικαστήριο της ΕΕ αναγνωρίζει μόνο το «κάθετο» άμεσο αποτέλεσμα των αποφάσεων με αποδέκτρια μία ή περισσότερες χώρες της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι οι ιδιώτες μπορούν να στηρίζονται σε απόφαση μόνο κατά της χώρας της ΕΕ που είναι αποδέκτρια της απόφασης (και όχι κατά άλλου ιδιώτη).

Αποφάσεις χωρίς αποδέκτη

Με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, η απόφαση δεν αναφέρει πια υποχρεωτικά αποδέκτη. Ειδικότερα, το άρθρο 288 της ΣΛΕΕ διευκρινίζει ότι μια απόφαση ενδέχεται να ορίζει τον αποδέκτη της, ενώ το προηγούμενο αντίστοιχο άρθρο (άρθρο 249 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) αναφερόταν μόνο σε απόφαση που όριζε τον αποδέκτη της.

Οι αποφάσεις χωρίς ορισμένο αποδέκτη ενδέχεται να εγκρίνονται με νομοθετικές διαδικασίες.

Οι αποφάσεις που δεν ορίζουν τον αποδέκτη τους και οι οποίες δεν εγκρίνονται με νομοθετικές διαδικασίες είναι μη νομοθετικές πράξεις. Αυτές οι μη νομοθετικές αποφάσεις έχουν, ειδικότερα, καταστεί η βασική νομική πράξη στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ). Σύμφωνα με το άρθρο 25 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), η ΕΕ ασκεί την ΚΕΠΠΑ:

καθορίζοντας τους γενικούς της προσανατολισμούς,
καθορίζοντας τις δράσεις που αναλαμβάνει η Ένωση,
καθορίζοντας τις θέσεις που λαμβάνει η Ένωση,
καθορίζοντας τους λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή των παραπάνω δράσεων και θέσεων.
Για αυτούς τους σκοπούς και βάσει της ΣΕΕ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο εγκρίνουν μη νομοθετικές αποφάσεις (άρθρο 31 παράγραφος 1 της ΣΕΕ).

Οι αποφάσεις που δεν ορίζουν τον αποδέκτη τους, ασχέτως εάν είναι νομοθετικές ή μη νομοθετικές πράξεις, πρέπει να δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τίθενται σε ισχύ κατά την ημερομηνία που ορίζεται στις ίδιες, ή, ελλείψει αυτού, την 20ή ημέρα μετά την ημέρα της δημοσίευσής τους.

Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στη σελίδα για το δίκαιο της ΕΕ του δικτυακού τόπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συστάσεις

Οι συστάσεις δεν είναι δεσμευτικές. Όταν η Επιτροπή εξέδωσε σύσταση για να βελτιώσουν οι χώρες της ΕΕ τη χρήση των τηλεδιασκέψεων ώστε να συμβάλλουν στην καλύτερη διασυνοριακή συνεργασία των δικαστικών υπηρεσιών, αυτό δεν είχε νομικές συνέπειες. Η έκδοση σύστασης δίνει τη δυνατότητα στα θεσμικά όργανα της ΕΕ να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους και να υποδείξουν μια γραμμή δράσης χωρίς όμως να επιβάλουν νομική υποχρέωση στους αποδέκτες της σύστασης.

Γνώμες

Οι γνώμες είναι ένα εργαλείο που επιτρέπει στα θεσμικά όργανα να εκφράζουν μια άποψη με μη δεσμευτικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να επιβάλλουν νομικές υποχρεώσεις στους αποδέκτες. Οι γνώμες δεν είναι δεσμευτικές. Εκδίδονται από τα κύρια θεσμικά όργανα της ΕΕ (την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο), την Επιτροπή των Περιφερειών και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Κατά την κατάρτιση των νόμων, οι επιτροπές διατυπώνουν τη γνώμη τους σύμφωνα με τη δική τους οπτική γωνία που βασίζεται σε περιφερειακές, οικονομικές ή κοινωνικές παραμέτρους. Για παράδειγμα, η Επιτροπή των Περιφερειών εξέδωσε γνώμη σχετικά με τη δέσμη μέτρων για καθαρότερη ατμόσφαιρα στην ΕυρώπηΑναζητήστε διαθέσιμες μεταφράσεις του συνδέσμου αυτού.

Με πληροφορίες από europa.eu και eur-lex.europa.eu