Χρήσιμες πληροφορίες για το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Τι κάνει, πώς λειτουργεί και πώς μπορεί ένας πολίτης να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ);

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ:

Lawspot.gr

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:

14/03/2016 - 17:42

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ:

16/11/2017 - 16:39

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ιδρύθηκε το 1952 και έχει την έδρα του στο Λουξεμβούργο.

Το Δικαστήριο ερμηνεύει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να εξασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή τους σε όλα τα κράτη μέλη, και διευθετεί νομικές διαφορές ανάμεσα στις εθνικές κυβερνήσεις και τα όργανα της ΕΕ.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν επίσης να προσφύγουν σε αυτό ιδιώτες, επιχειρήσεις ή οργανισμοί κατά θεσμικού οργάνου της ΕΕ εάν θεωρούν ότι αυτό έχει με κάποιο τρόπο παραβιάσει τα δικαιώματά τους.

Τι κάνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το Δικαστήριο εκδίδει αποφάσεις για τις υποθέσεις που υποβάλλονται ενώπιόν του.

Οι τέσσερις συνηθέστεροι τύποι υποθέσεων είναι:

  • ερμηνεία της ευρωπαϊκής νομοθεσίας (προδικαστικές αποφάσεις): τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν να μεριμνούν για τη σωστή εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου, αλλά τα δικαστήρια διαφορετικών χωρών μπορεί να ερμηνεύουν τις διατάξεις του διαφορετικά. Αν ένα εθνικό δικαστήριο έχει κάποια αμφιβολία σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος κάποιου ευρωπαϊκού νόμου, έχει τη δυνατότητα, και ορισμένες φορές την υποχρέωση, να ζητήσει τη συμβουλή του Δικαστηρίου. Ο ίδιος μηχανισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προσδιοριστεί κατά πόσον μια εθνική νομοθεσία ή πρακτική είναι συμβατή με το δίκαιο της ΕΕ.

  • εφαρμογή της νομοθεσίας (διαδικασίες επί παραβάσει): περιπτώσεις προσφυγών κατά εθνικών κυβερνήσεων για μη συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Τέτοιου είδους υποθέσεις μπορούν να υποβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή άλλα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη που διαπιστώνεται ότι έχουν παραβεί τις υποχρεώσεις τους, οφείλουν να τερματίσουν αμέσως την παράβαση, ειδάλλως κινδυνεύουν να ασκηθεί εναντίον τους δεύτερη προσφυγή, που μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή προστίμου.

  • ακύρωση νομικών πράξεων της ΕΕ (προσφυγές ακύρωσης): εάν μια νομική πράξη της ΕΕ θεωρείται ότι παραβιάζει τις Συνθήκες της ΕΕ ή τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της, τα κράτη μέλη, το Συμβούλιο της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή (σε ορισμένες περιπτώσεις) το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορούν να ζητήσουν από το Δικαστήριο να την ακυρώσει. Οι ιδιώτες μπορούν επίσης να ζητήσουν από το Δικαστήριο να ακυρώσει μια πράξη της ΕΕ που τους αφορά άμεσα.

  • εξασφάλιση της ανάληψης δράσης από την ΕΕ (προσφυγές επί παραλείψει): το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της ΕΕ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλουν υπό ορισμένες συνθήκες να λαμβάνουν ορισμένες αποφάσεις. Αν δεν το πράξουν, τα κράτη μέλη, τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και (υπό ορισμένες προϋποθέσεις) ιδιώτες ή εταιρείες μπορούν να υποβάλουν καταγγελία στο Δικαστήριο.

  • επιβολή κυρώσεων σε όργανα της ΕΕ (αγωγές αποζημίωσης): κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση του οποίου τα συμφέροντα εθίγησαν ως αποτέλεσμα δράσης ή αδράνειας της ΕΕ ή του προσωπικού της μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο.

Η σύνθεση του Δικαστηρίου

Το Δικαστήριο αποτελείται από 3 σώματα:

  • το Δικαστήριο επιλαμβάνεται των αιτημάτων εθνικών δικαστηρίων για έκδοση προδικαστικών αποφάσεων, ορισμένων προσφυγών για ακύρωση και εφέσεων.

  • Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει επί προσφυγών για ακύρωση που υποβάλλουν ιδιώτες, επιχειρήσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κυβερνήσεις των κρατών μελών της ΕΕ. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το εν λόγω δικαστήριο ασχολείται κυρίως με το δίκαιο του ανταγωνισμού, τις κρατικές ενισχύσεις, το εμπόριο, τη γεωργία, τα εμπορικά σήματα.

  • Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αποφασίζει για διαφορές μεταξύ της ΕΕ και του προσωπικού της.

Κάθε δικαστής και γενικός εισαγγελέας διορίζεται για 6ετή ανανεώσιμη θητεία με κοινή απόφαση των εθνικών κυβερνήσεων. Σε κάθε Δικαστήριο, οι δικαστές επιλέγουν έναν Πρόεδρο με ανανεώσιμη 3ετή θητεία.

Πώς λειτουργεί το Δικαστήριο της ΕΕ

Κάθε υπόθεση ανατίθεται σε 1 δικαστή («εισηγητή δικαστή») και 1 γενικό εισαγγελέα. Οι υποθέσεις διεκπεραιώνονται σε 2 στάδια:

  • Έγγραφο στάδιο: τα μέρη παρέχουν γραπτές δηλώσεις στο Δικαστήριο — παρατηρήσεις μπορούν επίσης να υποβληθούν από τις εθνικές αρχές, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιώτες. Όλα αυτά συνοψίζονται από τον εισηγητή δικαστή και, στη συνέχεια, συζητώνται κατά τη γενική συνεδρίαση του Δικαστηρίου, στην οποία αποφασίζεται:

    • αν είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί ακρόαση (προφορικό στάδιο) και κατά πόσον είναι αναγκαία η επίσημη γνώμη του γενικού εισαγγελέα.

    • πόσοι δικαστές θα ασχοληθούν με την υπόθεση (3, 5 ή 15 δικαστές (ολόκληρο το Δικαστήριο), ανάλογα με τη σημασία και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης). Οι περισσότερες υποθέσεις εξετάζονται από 5 δικαστές, και είναι πολύ σπάνιο ολόκληρο το Δικαστήριο να εκδικάζει την υπόθεση.

  • Προφορική διαδικασία – δημόσια ακρόαση: Οι δικηγόροι των διαδίκων μπορούν να προβάλλουν τα επιχειρήματά τους ενώπιον των δικαστών και του γενικού εισαγγελέα, οι οποίοι μπορούν να τους υποβάλλουν ερωτήσεις.

    • Εάν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι είναι απαραίτητη η γνώμη του γενικού εισαγγελέα, η γνώμη αυτή εκδίδεται μερικές εβδομάδες μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

    • Στη συνέχεια, οι δικαστές διασκέπτονται και εκδίδουν την απόφασή τους.

Παρόμοια διαδικασία ακολουθείται στο Γενικό Δικαστήριο, με εξαίρεση το γεγονός ότι οι υποθέσεις εκδικάζονται από 3 δικαστές και δεν υπάρχουν γενικοί εισαγγελείς.

Πώς μπορείτε να προσφύγετε στο Δικαστήριο της ΕΕ

Αν, είτε ως ιδιώτης είτε ως επιχείρηση, έχετε υποστεί ζημία εξαιτίας δράσης ή αδράνειας ενός  οργάνου της ΕΕ ή του προσωπικού της, μπορείτε να προσφύγετε στο Δικαστήριο με 2 τρόπους:

  • έμμεσα μέσω εθνικού δικαστηρίου (το οποίο μπορεί να αποφασίσει να παραπέμψει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της ΕΕ)

  • άμεσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου – εάν μια απόφαση οργάνου της ΕΕ σας θίγει άμεσα και ατομικά.

Εάν θεωρείτε ότι οι αρχές οποιασδήποτε χώρας έχουν παραβιάσει το δίκαιο της ΕΕ, πρέπει να ακολουθήσετε την επίσημη διαδικασία υποβολής καταγγελίας.

Η καταγγελία υποβάλλεται ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία ελέγχει τη βασιμότητά της και μπορεί, εάν κρίνει ότι η καταγγελία είναι στοιχειοθετημένη, να υποβάλει προσφυγή επί παραβάσει κατά της χώρας.

Περισσότερα για τα νόμιμα δικαιώματά σας ως πολίτης της ΕΕ μπορείτε να δείτε εδώ.

send